Είναι μέλος του Εικαστικού Επιμελητηρίου από το 1994. Έργα του υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές, Ελλάδα, Αμερική, στη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών, στο Κέντρο Σύγχρονης Εικαστικής Δημιουργίας Ρεθύμνου. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξε επιφυλλιδογράφος στην εφημερίδα ΝΕΑ. Πολλά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτες εφημερίδες και έγκριτα περιοδικά, όπως και συνεντεύξεις του. Επίσης έχει παρουσιαστεί πολλές φορές στην τηλεόραση με αφορμή το έργο του.  Σε σκηνοθεσία του Λάκη Παπαστάθη, 1983, στην εκπομπή ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, παρουσιάστηκε το μέχρι τότε σύνολο του έργου του.

Ατομικές Εκθέσεις

  • 2009 Αντίπολη, The Art Foundation, Αθήνα
  • 2006 15 ουρανοί και ένας αθάνατος, Γκαλερί 3, Αθήνα
  • 2004 Νυχτερινά/ Nocturnes, Gallery 7, Αθήνα
  • 2003 Λευκωσία: το τελευταίο τείχος της Ευρώπης, Πολιτιστικό Κέντρο Αθηνών «Μελίνα Μερκούρη», Αθήνα
  • 2003 Τα βιβλία του Ηρακλείτου, Στέγη Τεχνών «Σ. Τρύφων», Μόλυβος, Λέσβος
  • 2002 Τα βιβλία του Ηρακλείτου, Gallery  7, Αθήνα
  • 2002 Λευκωσία: το τελευταίο τείχος της Ευρώπης, Πύλη Αμμοχώστου, Κύπρος
  • 2000 Οι Κρυψώνες του Φωτογράφου, Χώρος Τέχνης 24, Αθήνα
  • 1999 Στιγμιότυπα, Gallery 7, Αθήνα
  • 1999 Έρως και Πόλη, Diana-Yiulia Gallery, Αθήνα
  • 1998 Άνθρωποι και τοπία Αrt Athina Gallery 7, Αθήνα
  • 1997 Τρίπτυχα, Ιλεάνα Τούντα, Αθήνα
  • 1997 DApres Rodin, Gallery 7, Αθήνα
  • 1996 Εικόνες Από Τις Εγκαταστάσεις, Λαύριο Εγκαταστάσεις Σερπιερι, με την υποστήριξη του Ε. Μ. Πολυτεχνείου, Αθήνα
  • 1988 Το Γκάζι, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα
  • 1987 Περί Έρωτος, Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας, Πάτρα
  • 1984 Μια ελληνική μάτια στο Παρίσι, Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αθήνα
  • 1982 Εικόνες Αθηνών, Αίθουσα Σκουφά, Αθήνα

Ομαδικές Εκθέσεις

  • 2007 Μεταξύ γης και ουρανού, Gallery Tsatsis Projects / Artforum, Θεσσαλονίκη
  • 2005 Photosynkyria, Μυστήρια και θαύματα, Θεσσαλονίκη
  • 2005 La Decision Absolute, Booze / Carte Blanche Iv, Αθήνα
  • 2004 Art Athina, Gallery 7, Αθήνα
  • 2004 Associazione Culturale Femminile Ellenica, Napoli/ Ιταλία
  • 2002 Πορτρέτα, Zοumboulakis Galleries, Αθήνα
  • 2001 Sic Art, Λέντζου Gallery, Αθήνα
  • 2000 Προτάσεις , Gallery 7, Αθήνα
  • 2000 Τρία Χρόνια Diana-Yiulia, Diana-Yiulia Gallery, Αθήνα
  • 1997 Ομαδική Συνεργατών Καλοκαίρι 1997, Ιλεάνα Τούντα, Αθήνα
  • 1996 Μονόπρακτα, Οργάνωση Β. Δράκου, Μύκονος
  • 1995 Πορτρέτα Γ. Τσαρούχη, Ζοumboulakis Galleries, Αθήνα
  • 1983 Γυμνό 1983, Gallery “F”, Αθήνα
  • 1982 Γυμνό, Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών, Αθήνα

Φωτογραφικά Βιβλία

  • 2012 Σκοπελίτης, Στέλιος Β. Αγράμπελη και κισσός, Αθήνα: Γαβριηλίδης
  • 2005 Πέλματα των αγαλμάτων-Αθήνα, Μουσείο της πόλεως των Αθηνών, Εξάντας, Χορηγός: Ίδρυμα  Ι. Φ. Κωστόπουλου
  • 2004 Φαμπιέν, DAprès Rodin, Άγρα
  • 2002 Σημειώσεις ενός Έλληνα φωτογράφου για τη φωτογραφία, Αθήνα: Άγρα, Μουσείο Μπενάκη
  • 1996 Λαύριο, Χορηγία Δ.Ε.Η.
  • 1995 Το Βλέμμα,  Γνώση
  • 1995 Τόπος Σιωπής, Νέα Σύνορα
  • 1995 Ο Ζωγράφος Γ. Τσαρούχης, Χορηγία Έκτερ
  • 1984 Το Γκάζι, Νέα Σύνορα
  • 1977 Τα Αρχοντικά της Λέσβου, Ι. Ζ. Ζαχαρόπουλος
  • 1976 Νεοκλασικά Ερείπια, Βέργος
  • 1976 Πύργοι Μυτιλήνης, Εξάντας
  • 1975 Νεοκλασικά Σπίτια της Αθήνας και του Πειραιά, Δωδώνη- Γνώση- Ολκός
    Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών 1975

Κείμενα

  • 2002 Σημειώσεις ενός Έλληνα φωτογράφου για τη φωτογραφία, Άγρα, Μουσείο Μπενάκη
  • 1995 Δίπτυχος Μονόλογος, Οδός Πανός
  • 1995 Στη ροή του ποταμού, Οδός Πανός
  • 1994 100 Bd De La Villette, Γαβριηλίδης
  • 1963 Ταξίδι χωρίς ξεκίνημα, Θεατρικό Μονόπρακτο, Ιδιωτική Έκδοση

Οι Κρυψώνες του φωτογράφου Στέλιου Σκοπελίτη

«Όταν λέμε αυτό που βλέπουμε ματαιοπονούμε,
αυτό που βλέπουμε δεν ενοικεί ποτέ σε αυτό που λέμε.»
Μ.Foucault
«Το ανθρώπινο γλωσσικό ιδίωμα επιτρέπει τον στοχασμό»
Πήτερ Ουσπένσκι

Ο φωτογράφος στέκει σε απόσταση από το τοπίο. Το παρατηρεί όσο καλύτερα μπορεί, μήπως και ανακαλύψει κάτι περισσότερο. Η πρώτη ματιά που έριξε, δεν μοιάζει να πρόδωσε την ικανότητά του να διακρίνει τα πράγματα όπως φαίνονται. Μάλλον θα πιέσει το κλείστρο και θα απαθανατίσει τη στιγμή όπως έχει εστιάσει. Όμως το δάκτυλο ακόμη εξαρτιέται από το βλέμμα που προσπαθεί κάτι να διακρίνει. Ανασηκώνει ελαφρά το κεφάλι, στρέφει το βλέμμα με μεγαλύτερη σιγουριά προς το τοπίο, και αυτή τη φορά είναι έτοιμος μάλλον για τη στιγμή που περιμένει. Εμείς, κοιτάμε την πλάτη του και αυτός ακόμη ταλαντεύεται ανάμεσα στη στιγμή της προσμονής και σε αυτή που μόλις πέρασε. Τριάντα χρόνια αργότερα ο φωτογράφος αποφασίζει να εκθέσει τις φωτογραφίες του. Συχνά έχει γυρίσει στον τόπο που έκανε τις λήψεις, την ίδια ώρα, πάντα καλοκαίρι επιθυμώντας να διαπιστώσει πόσο άλλαξε ο τόπος, αν άλλαξε αυτό που είχε δει την πρώτη φορά. Ότι είναι ζωντανό δεν μπορεί ποτέ να είναι το ίδιο, μόνο τα απολιθωμένα πράγματα δεν αλλάζουν. Ο ‘πέτρινος γίγαντας’ που εμπνέει Ομηρικούς μύθους και λαϊκά παραμύθια μπορεί να έχασε το παιχνίδι με το χρόνο, να εξαφανίστηκε μαζί με τα άλλα στοιχεία της φύσης. Όπως αφανίζει η διάνοια τους παλιούς ήρωες των παιδικών περιπετειών. Η ‘διπλή κορυφή’ που ξεπρόβαλλε στο σκοτάδι σαν δύο ηδονικές ρώγες κοριτσιού, ίσως να κυριεύτηκε από τόσα βλέμματα που να καλύφτηκε από τον πέπλο της αδιαφορίας. Η θάλασσα, που τόσο γλυκά έγλυφε τον κόλπο της όσο κρατιόταν παρθένος στους λιγοστούς ανθρώπους που τον είχαν πλησιάσει.

Σε κάποιες πρόσφατες λήψεις σε διαφορετικούς τόπους, ο φωτογράφος προτίμησε το α/μ φιλμ σε αντίθεση με τις παλιότερες. Σαν να’ χει περίεργα πισωγυρίσματα ο χρόνος και να παρασύρει τις αισθήσεις σε ένα παιχνίδι προθανάτιων άχρωμων τόπων, λουσμένων στο δυνατό φως του ήλιου, απρόσιτων στην ανάβαση, ερημικών και σκληροτράχηλων. Αυτοί οι άχρωμοι τόποι δείχνουν κάποτε τόσο ζωγραφικοί με το χώμα να τους καλύπτει, που μοιάζουν σαν να κοιτάς τις σκληρές από ακατέργαστα υλικά επιφάνειες, των έργων της Art Brut. Ο φωτογράφος έπλασε τόσους συνειρμούς ψυχικών εντυπώσεων που είναι έτοιμος να ονειρευτεί το θάνατό του να συμβαίνει στον θολωτό τάφο της Πύλου, στην πατρίδα του Νέστορα. Αφού ξεδίπλωσε τις μνήμες των εντυπώσεων από τα ειδυλλιακά τοπία, αφού πάσχισε στα ξερά βουνά, κείτεται ξαπλωμένος στο χώμα του θολωτού τάφου για να αφήσει να αναδυθεί μέσα από τα αισθήματα, ο εαυτός του τη στιγμή που η ψυχή αγγίζει την αιωνιότητα. Γνωρίζουμε πως τα όνειρα εικονίζουν είτε αυτό που υπήρξε και πέρασε, ή, ακόμη συχνότερα, αυτό που δεν υπήρξε ούτε μπορούσε να υπάρξει. Επικαλείται μια ανύπαρκτη στιγμή στο παρελθόν, ή, κάποια ανύπαρκτη κατάσταση στο παρόν. Και καθώς στα όνειρα δεν υπάρχει κανένας κανόνας ηθικής, ο φωτογράφος μας αφήνει να παρατηρούμε την εικόνα, έκθετους στις αφηρημένες δοξασίες του θανάτου, στην απόσχιση της ψυχής από το σώμα, στις διφορούμενες έννοιες της μετά θάνατον συνέχειας. Λίγο πολύ, καθένας έχει αντικρίσει παρόμοια τοπία ταξιδεύοντας και παρατηρώντας τη φύση. Πολλοί προσπάθησαν με τις δικές τους φωτογραφικές μηχανές, να κρατήσουν τις στιγμές από τους χώρους που μάγεψαν τις αισθήσεις, σε ανάμνηση των ταξιδιών τους. Οι εικόνες του φωτογράφου μας, εμπεριέχουν ένα τέχνασμα. Δεν πρόκειται απλά για φωτογραφίες που προκαλούν τις αισθήσεις, ούτε για λήψεις που θα γίνουν card postal να καλύψουν τις ανάγκες των τουριστών. Έχουν τραβηχτεί με πρόθεση να μας κάνουν να χαθούμε στο άπειρο του θέματος. Το γαλάζιο που μας περιβάλλει και παίζει τον πρωταρχικό ρόλο στις εικόνες του, έχει υποστεί την επεξεργασία που χρειάζεται ώστε να αναδείξει τα σκηνογραφικά προσόντα του χώρου. Κάθε φωτογραφία έχει διαφορετικούς τόνους του γαλάζιου που επιτρέπει στις γραμμές του τοπίου να κυριαρχούν, ή, να αφανίζονται. Έτσι, οι στερεοί όγκοι της φύσης αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα στους σκούρους τόνους του γαλάζιου που τονίζει τα περιγράμματα και κάνει κάπως σκληρές τις φόρμες τους. Το βλέμμα περιφέρεται στον οροθετημένο χώρο που μοιάζει εξωπραγματικός. Χωρίς να ξεφεύγει από το πλαίσιο της εικόνας, υποχρεώνεται να αναζητήσει τη δράση κάποιας παράστασης. Η πρόθεση του καλλιτέχνη φανερώνεται σε μια από αυτές, όταν εμφανίζεται ο ‘πέτρινος γίγαντας’, ιερός στην ακινησία του, επιβλητικός στον όγκο του, να κοιτάζει με τα φιδίσια μάτια εκείνους που τον κοιτούν με δέος από χαμηλά. Αντίστροφα, οι ανοικτοί τόνοι του γαλάζιου εξασφαλίζουν την ελαφρότητα στο χώρο και διαλύουν τις φόρμες ώστε να επιτρέπουν στο βλέμμα να χαθεί περιπλανημένο στον ορίζοντα. Ο χώρος ξεφεύγει από το πλαίσιο και αφήνει τη σκέψη από μόνη της να σταματήσει στο άπειρο της φύσης. Και όταν πλέον στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες το γαλάζιο στερείται του ρόλου του, το τοπίο μοιάζει να έχει σχεδιαστεί με πολλές γραμμές που τέμνονται και άλλες που συγκρούονται. Η ισορροπία ανάμεσα στον όγκο και το κενό της ατμόσφαιρας γίνεται επιτακτική ώστε να φανεί ότι η σύνθεση έχει διαφορετική αξία όταν απουσιάζει το χρώμα. Η υφή της γης αποκτά υπόσταση, η λεπτομέρειά της σημασία. Στα άχρωμα τοπία του φωτογράφου, όλα τα στοιχεία της εικόνας ανακατανέμονται σε όφελος της σκέψης. Αυτή διαστέλλει το χρόνο και κάνει τον άνθρωπο να στοχάζεται πάνω στην βασανιστική πορεία της εξέλιξής του. Αυτά τα χώματα πάτησαν άνθρωποι και φυλές, επιδρομείς και κατακτητές, περιηγητές, οδοιπόροι και αναζητητές. Είναι η άχρωμη ιστορία του ανθρώπου πάνω στην γη. Χωρίς το γαλάζιο χρώμα του ουρανού, το καφέ της γης και το γκρίζο των βράχων, τα άχρωμα τοπία του φωτογράφου γίνονται πεδία δράσης για τη σκέψη που αναζητά την αλήθεια κυρίως στην υπερβατική γνώση. Οι φωτογραφίες όμως στο σύνολό τους, είναι σειρές βιωμένων εικόνων. Τις καταλαβαίνουμε ανάλογα το επίπεδο και την ικανότητά μας και όχι ανάλογα με το νόημά τους. Εμείς τις αναλύουμε, με σκοπό να αρθρώσουμε την πιθανή αντικειμενικότητα μιας γνώσης της φύσης που δείχνεται και συνάμα κρύβεται μέσα στη βιωμένη εμπειρία, παρατηρεί ο Μ.Foucault (Οι Λέξεις και τα Πράγματα. Αθήνα: Γνώση, 1986:437-442).

Οι χρωματιστές και οι άχρωμες εικόνες του, και εκείνη που ονειρεύεται το δικό του θάνατο στον τάφο του Νέστορα, βεβαιώνουν ότι ο φωτογράφος μας εδώ και τριάντα χρόνια έχει επιλέξει μέσω της φωτογραφικής μηχανής και της επεξεργασίας πάνω στην εικόνα να ασχοληθεί με την ανάλυση των προσωπικών βιωμάτων. Μπορούμε να διαπιστώσουμε κατά την πορεία του, στις ενότητες που αποφάσισε να εκθέσει αυτές τις δεκαετίες, τη συνέπεια και την ειλικρίνεια με την οποία ψυχαναλύεται. Ποτέ δεν έθεσε σκοπό την πρόκληση ακόμη και όταν τα θέματά του ήταν προκλητικά όπως στη σειρά των σφαγείων, της πορνογραφικών και των γυμνών. Ποτέ δεν πρόβαλλε την αισθητική αντιμετώπιση των αρχιτεκτονικών θεμάτων σε βάρος των ανθρώπινων αισθημάτων: της ερημιάς, της μοναχικότητας, της θλίψης, της αγωνίας, της απορίας για το θάνατο, ακόμη και όταν οι επιλογές του ήταν: τα νεοκλασικά σπίτια της Αθήνας και του Πειραιά, οι Πύργοι της Μυτιλήνης και τα αρχοντόσπιτα της Λέσβου, οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις στο Γκάζι και το Λαύριο, τα αρχιτεκτονήματα στο νεκροταφείο της Αθήνας, οι εσωτερικοί χώροι στην υποβαθμισμένη Αθήνα. Δεν μας έδειξε μόνον πως νιώθει ο φωτογράφος μπροστά σε αυτά τα αρχιτεκτονικά θέματα αλλά μας ξεδίπλωσε τη σκέψη του αναφορικά στην ιστορία των συγκεκριμένων ‘ζωντανών’, κάποτε, χώρων. Το ίδιο και στις προσωπογραφίες των νεοελλήνων διανοούμενων: κάθε πρόσωπο και ένας χάρτης της ανθρώπινης γνώσης.

Γι’ αυτό, πιστεύω πως η συστηματικότητα με την οποία αντιμετώπισε την πραγματικότητα συναντιέται με την ‘φιλοσοφική ανθρωπολογία’ του Ernst Cassirer (1874-1945) που μας απέδειξε πως όταν εξετάζουμε τη μυθολογία, τη γλώσσα, την τέχνη, την επιστήμη και τη θρησκεία δεν ανακαλύπτουμε την έσχατη πραγματικότητα αλλά τη δική μας ανθρώπινη διάσταση. Ο φωτογράφος, προσπάθησε να αποτυπώσει εκείνο, που κρυμμένο συνοδεύει την επιφάνεια. Να προσφέρει στον θεατή την πιθανή αντικειμενικότητα της εμπειρικής και της υπερβατικής γνώσης στους τόπους που έζησε και μέσα από τους ανθρώπους που συνάντησε. Μιας βαθιάς αναλυτικής γνώσης, που του επέτρεψε να απαθανατίσει τις ανθρώπινες αξίες όπως αποτυπώνονται στους χώρους και τις πράξεις των ανθρώπων, καθώς αυτές μεταβάλλονται από εποχή σε εποχή. Γι’ αυτό και οι Κρυψώνες του Φωτογράφου είναι μια ματιά στη φύση, απαλλαγμένη από δόγματα και θρησκευτικές δοξασίες που επικυρώνουν και επεκτείνουν την ύπαρξη. Εκεί, η ανθρώπινη παρουσία δεν γίνεται ορατή με επιτόπιες κατασκευές αλλά υπάρχει σαν διαχρονικός λόγος και μνήμη στα γραπτά και την εικόνα.

Γιάννης Κολοκοτρώνης
*Από τον κατάλογο της έκθεση του Στέλιου Σκοπελίτη «Οι κρυψώνες του φωτογράφου», Χώρος Τέχνης 24, Οκτώβριος 2000.