Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943.

Σταδιοδρόμησε ως νομικός, δικηγόρος και πανεπιστημιακός. Ήδη είναι συνταξιούχος από όλα αυτά, παρατηρεί όμως ότι τα νομικά τον επηρέασαν όχι μόνον στο πώς σκέφτεται αλλά και στο πώς βλέπει.

Δια βίου διχασμένος ανάμεσα στον ορθολογισμό (;) της επιστήμης και στην ελευθερία (την πολλαπλά περιορισμένη) της τέχνης, τώρα επιχειρεί να θέσει την πρώτη στο αρχείο και να δώσει στην δεύτερη την αποκλειστικότητα. Η ζωγραφική ήταν ανέκαθεν η μεγάλη του αγάπη. Αδιάκοπα, από την τρυφερή ηλικία ως σήμερα, δούλεψε, προσπάθησε και πάσχισε, βλέποντας πολύ, μελετώντας τη γενική ιστορία της τέχνης στα βιβλία, στις εκθέσεις, στα μνημεία και στα μουσεία της Γης, ταξιδεύοντας σε Δύση και Ανατολή, επικοινωνώντας με καλλιτέχνες και δοκιμάζοντας κάθε υλικό, να βρει τη μορφή μέσα από τη διαχρονική και οικουμενική περιπέτειά της. Προτάσσεται η ζωγραφική, ιδίως το σχέδιο, αλλά κατά καιρούς προσφεύγει και σε άλλα εικαστικά είδη, τη φωτογραφία, τη χαρακτική, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική.

Στα χρόνια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έπαιρνε μαθήματα σχεδίου και ελαιογραφίας από τον Ν. Καρτσωνάκη (Νάκη). Μετά την αποφοίτησή του και για ένα χρόνο διδάχθηκε συστηματικά ζωγραφική από ζωντανό μοντέλο στο εργαστήριο του Π. Τέτση, τότε στο Ελεύθερο Σπουδαστήριο Καλών Τεχνών (Σχολής Βακαλό).

Έκτοτε εργάστηκε μόνος του, ακολουθώντας πορεία κάθε άλλο παρά ευθύγραμμη, χωρίς ποτέ να εκθέσει παρά μόνο με περιορισμένες συμμετοχές σε δύο ομαδικές εκθέσεις, μία οργανωμένη από τον αείμνηστο Ασαντούρ Μπαχαριάν στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων με φωτογραφίες από την Αρμενία και μία δεύτερη, το 2003, στη γκαλερί Clasing στο Munster της Γερμανίας με τοπία. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζωγραφίζει ρεαλιστικά, με αρκετά ευρεία κλίμακα θεμάτων, τρόπων, υλικών και διαθέσεων, με κεντρικό όμως θέμα το κατεξοχήν Θέμα της ζωγραφικής, το γυναικείο γυμνό.

Πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν πως οι νεανικές φιλίες και τα πρώιμα βιώματα όχι μόνο δεν ξεχνιούνται ποτέ αλλά δημιουργούν μία ανθεκτική οικειότητα η οποία αβίαστα επανασυνδέει ανθρώπους και καταστάσεις. Έτσι λοιπόν κι εγώ παρακολουθούσα τον κατά δύο τάξεις μεγαλύτερο μου Γιάννη Σχινά στο Κολλέγιο τη δεκαετία του 1950. Το σχολείο αυτό, ανάμεσα σ’ άλλα πράγματα, είχε την ιδιότητα, αλλά πιστεύω και την αποστολή, ν’ αναδεικνύει ξεχωριστά άτομα, κι αναμφίβολα ένας τέτοιος ήταν ο Γιάννης. Πολυτάλαντος και πολυσχιδής σε όλα τα επίπεδα, ανήσυχος και πολυμαθέστατος διακρινόταν σ’ όλες τις δράσεις μέσα κι έξω απ΄τη τάξη. Εξαιρετικά ώριμος διάβαζε Καζαντζάκη όταν οι άλλοι διάβαζαν Μάσκα, κατά τα λεγόμενα συμμαθητή του. Μαθητής του Τέτση για ένα χρόνο, αποφασίζει ν’ ακολουθήσει μία πιο συμβατική σταδιοδρομία που ταίριαζε απόλυτα στην Ελληνική μεταπολεμική ψυχολογία. Εξαίρετος ακαδημαϊκός δάσκαλος και πιθανώς ο πιο ευαίσθητος Πρύτανης που πέρασε από Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Ποτέ όμως δεν μπόρεσε ν’ απαλλαγεί απ’ το μεγάλο πάθος και την απόλυτη ανάγκη της καλλιτεχνικής, και κυρίως, της ζωγραφικής έκφρασης.

Έτσι πενήντα χρόνια μετά τη μαθητική μας συνύπαρξη οι δρόμοι μας συναντήθηκαν πάλι με τρόπο τυχαίο αλλά αποφασιστικό. Ο λόγος ήταν η έντονη επιθυμία του Γιάννη να εκθέσει, για πρώτη φορά, έργα του. Γρήγορα φάνηκε πως κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά περίπλοκο εξαιτίας του όγκου και της πολυμορφίας των έργων. Επακολούθησαν πάμπολλες συζητήσεις και καταστρώθηκαν διάφορα σχέδια. Τελικά ο φιλόξενος αλλά περιορισμένος χώρος της γκαλερί Άστρα επέβαλε την επιλογή έργων από δύο μόνον ομάδες: τα γυμνά και τα παστέλ υπαίθρου. Τα πρώτα αποτελούν μία διαχρονική και συμπαγή ενότητα η οποία κρατάει συντροφιά στον καλλιτέχνη από καιρό,·άλλοτε απόκοσμα κι άλλοτε πάλι με μια έντονη χρωματική απεικόνιση που παραπέμπει σε μία απροκάλυπτη καθημερινότητα. Τα παστέλ του Σχινά, πρόσφατα προϊόντα θερινών διακοπών, αποτυπώνουν με αυθόρμητη μαεστρία μια σειρά κοινότοπων «μικρών» τοπίων στα οποία επικρατεί μια ευαίσθητη χρωματική γκάμα που δεν είναι ικανή να αμφισβητήσει την σχεδιαστική δεινότητα του. Μικρά σε μέγεθος αλλά εξόχως περιεκτικά σε ζωγραφικές αρετές μοιάζουν να συνεχίζουν την ατελείωτη αναζήτηση του Σχινά πέρα από τις συνθήκες της καθημερινότητας.

Δημήτρης Πόρτολος

 

* Από τον κατάλογο της έκθεσης "Γιάννης Σχινάς-Ζήτημα φωτός" που πραγματοποιήθηκε στην Galerie Astra, Αθήνα, 11-28.01.2012.

 


 

Η ζωγραφική ανάκτηση της μνήμης

 

Κοιτώντας τους πίνακές του, εκείνο το βράδυ της πρώτης μέρας της έκθεσής τους, διερωτήθηκα, ποια ιστορία διηγούνται. Οπου, πλάι από ακέραια γυμνά εξετίθεντο ανήσυχα βαθυπράσινα τοπία. Τι ο καλλιτέχνης ήθελε με την έκθεσή του σε δημόσια παρατήρηση να φέρει; Τι, με τους φίλους του, επιθυμούσε να μοιρασθεί;
Ο καλλιτέχνης ρητά ή απόρρητα λίγα μου φάνηκε πως ήθελε να εκχωρήσει. Η υπόρρητη πλευρά του όμως του διαφεύγει. Και ίσως και το ήξερε. Υπηρετεί έτσι ο δισταγμός το «μόλις» της ζωής. Με λόγο ελλειπτικό αλλά καθόλου αδύναμο, η εικαστική εξιστόρηση εκδιπλώνεται.
Σε μια σειρά από γυμνά η αισθησιακή καμπύλη αφήνει να διαρρεύσουν τα ανείπωτα διλήμματα και για τα πρόσωπα και για τις ώρες. Υπαρκτά ή υπάρξαντα το καθένα τα διερωτήματά του διηγείται. Και όσα πρέπει στην ησυχία να μη μείνουνε, με ανήσυχες χρωματικές επιλογές τα αποδίδει.
Πρόκειται, έτσι τουλάχιστον εγώ την ένιωσα, για μια, στην κυριολεξία, ζωγραφική ανάκτηση της μνήμης. Για ένα εικαστικό ημερολόγιο.
Τα γυμνά του καλλιτέχνη, σχεδόν όλα, υπάκουα στον κώδικα του άντυτου, κάποια αλήθεια θέλουνε να πούνε. Η «nuda veritas» του Klimt επανακάμπτει για να αποκαλύψει παράπονα, συγκρατημένες διαμαρτυρίες, απογοητεύσεις και προσμονές, όσα, αν το σώμα ντυμένο, πολύ πιο δύσκολα θα μπορούσε να εκφράσει. Τα ρούχα μας, τα γάντια των σωμάτων, συχνά αφόρητες της υλικής μας ειλικρίνειας συγκαλύψεις, έχουν αφαιρεθεί. Εστω και αν κάποιες φορές, τόσο σπάνια όμως, και το ντυμένο, μια ιδιαίτερη κομψότητα αποκαλύπτοντας, την αισθητική ταυτότητα του προσώπου φανερώνει.

Αν όσοι είδατε την έκθεση θέλετε να την «ξαναδείτε», πρέπει, νομίζω, να το κάνετε «ενδοπαθητικά» με την τεχνική σημασία του όρου: Να μιμηθείτε όποιοι κι αν είστε όσα είδατε: στάσεις, θέσεις, βλέμματα, τόπους και ώρες. Ισως τότε συναντηθείτε και με τον καλλιτέχνη πέρα από τη γνωριμία που έχετε από άλλες ευκαιρίες και αφορμές. Και αυτό στα σίγουρα θα το καταφέρετε αφού και τα πρόσωπά του και τα τοπία του μπορεί να έχουν και κάτι από σας. Είναι, ας πούμε, φιλικά διεθνοποιημένα. Και άρα σας επιτρέπουν να μπείτε στο πάθος τους και με αυτά να συγκριθείτε ή και να μετρηθείτε. Είναι βέβαια δύσκολο να τα υποδυθείτε στην ακέραιη υπόστασή τους. Κι ακόμα πιο πολύ, απόντα τώρα να σας πούνε αν σωστά τη σκέψη τους εκάματε δική σας, αν ταυτιστήκατε μαζί τους. Και στα τοπία όμως, κι όχι μόνο στα πρόσωπα μπορείτε να σταθείτε. Εκεί μέσα πιο ελεύθερα και πιο αδέσμευτα θα κινηθείτε.
Ο καλλιτέχνης, καθηγητής του Εμπορικού Δικαίου! (συμβαίνουν και αυτά) δεν πρέπει να βρήκε καλύτερο τρόπο για να προδώσει το επίσημο λειτούργημά του. Μια προσφορά όμως στην Τέχνη του που τόσο άδικα την πόρτα της άργησε να ανοίξει. Οσοι όμως συμβαίνει να έχετε συζητήσει με τον Γιάννη Σχινά, περί Αυτού πρόκειται, και έχετε και την ανησυχία του κοιτάγματός του νιώσει, υποστηριγμένη από την αμείλικτη ακρίβεια, την cadenza της φωνής του, θα συναισθανθείτε τι θέλει να σας πει και τι συνάμα να σας αφήσει να το φαντασθείτε.

Ο κ. Ιωάννης Δ. Μεταξάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

* Μεταξάς, Ι.Δ. εφημερίδα «Η Καθημερινή», 01.04.2012