Σύντομη αντι-βιογραφία

Ο ζωγράφος Τάσος Παυλόπουλος γεννήθηκε το 1955 στην Αθήνα από αριστοκρατική οικογένεια και κληρονόμησε αμύθητη περιουσία. Σπούδασε στα καλύτερα κολέγια καθώς και στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βαρσοβίας στην Πολωνία (1978-1983) με καθηγητές τον  Henryk Tomaszwewski και την Teresa Pagowska. Αφιερώθηκε ενεργά σε όλες τις μεγάλες επαναστάσεις των τριών τελευταίων εβδομάδων. Τις δε δύο παρελθούσες νύχτες διήγε βίον ανθόσπαρτον, έκλυτον και ανατρεπτικόν. Εξορίστηκε, φυλακίστηκε και βασανίστηκε πολλάκις για τις ανύπαρκτες και έμμονες ιδέες του. Υπήρξε παγκόσμιος πρωταθλητής χορού εις το ταψί όπως επίσης και στη Formula I. Τιμήθηκε δις με το βραβείο Νόμπελ Οικονομίας. Έχει κάνει 22 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής και έχει συμμετάσχει σε δεκάδες ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει δημοσιεύσει εκτός του παρόντος εννέα ακόμη βιβλία και έχει εκδώσει τα περιοδικά: «Η Διάπλασις της Τέχνης» (2003) και «Artοποιείον» (2007). Έργα του υπάρχουν στα μεγαλύτερα μουσεία και στις σημαντικότερες ιδιωτικές συλλογές του άνω ημισφαιρίου του πλανήτη. Ζει στην κοσμάρα του και βασιλεύει μεταξύ Άλπεων και Αμαζονίου.

* Από τον κατάλογο της έκθεσης του Τάσου Παυλόπουλου «Ραπτομηχανικά-Ζωγραφική σε χαρτί 2008-2009», Kalfayan Galleries, Αθήνα 23 Μαρτίου - 8 Μαΐου 2010, σελ. 165.

Παραδειγματική Πραγματεία*

Περί Πραμάτειας Παυλόπουλου

Πώς λέγαμε παλιά, τα Πέντε Φι, ήτοι ΦΦΦΦΦ, που σημαίνει Φίλε Φέρε Φίλους Φάγε Φύγε, έχουμε τώρα τα Πέντε Πι, ήτοι αυτό που βλέπετε παραπάνωθι ως τίτλο.

Παυλοπλούς Παραστάτου

Μ’ αρέσει το Πι όπως Περιπέτεια, όπως Περιέργεια, όπως Πείσμα, όπως Ποίηση. Όπως Παυλόπουλος. Ο οποίος Παυλόπουλος είναι από κείνους τους ζωγράφους που όχι μονάχα τους αγαπάω, αλλά και μου είναι (πάλι το Πι) Πολύτιμοι. Και μου είναι πολύτιμοι καθόσον με υποχρεώνουν, ύστερα από το γλεντοκόπι των αισθήσεων που σημαίνει κάθε επαφή με το έργο τους, να σπαζοκεφαλιάσω, λες και είμαι ο Φίλιπ Μάρλοου και έχω να τα βάλω με τον Καπαμπλάνκα1, λες και όλες μου οι βεβαιότητες έχουν πάθει ένα σοβαρό στραπάτσο, λες και τα όσα γνώριζα είτε επιβεβαιώνονται εκκωφαντικά (πράγμα ύποπτο, πράγμα που σε οδηγεί καρφί ξανά στην αμφιβολία), είτε αργοσβήνουν σ’ έναν λυγμό και ύστερα χάνονται στη σιωπή (πράγμα που σημαίνει ότι τα όσα γνώριζα δεν ήσαν και πολύ σόι), να σπαζοκεφαλιάσω, έλεγα λοιπόν, σκεπτόμενος τι είναι η Τέχνη σήμερα, τι είναι η Ζωγραφική το 2010, ύστερα από την τόσο ύπουλη επέλαση του Marcel Duchamp, τι θα πει ξημερώνομαι γράφοντας / ζωγραφίζοντας / φτιάχνοντας μουζικούλες, πόση αθωότητα μπορεί να μας έχει απομείνει, πόση τρέλα (άραγε πόσο “Still Crazy After All These Years”;) χωράει ακόμη, πόση αγριεμένη και συγκινημένη συνάμα, μα και τσακισμένη και πολλαχώς ματαιωμένη υπομονή κι επιμονή, όπως μας έλεγαν και οι παλιές καλές δασκάλες, χρειάζεσαι πια για να μπορείς να κάνεις ποίημα, να κάνεις πίνακα, να κάνεις τραγούδι; Άσε που, καμιά φορά, σε πλακώνει στις γρήγορες, και τις γερές, κι ένα αναπόδραστο «για τι;», «προς τι;», κι εκεί το πράγμα μπορεί και να ξεστρατίσει απηνώς, και η λεωφόρος προς την παραίτηση να ανοιχτεί μεταμφιεσμένη σε κούκλα πεντάμορφη κι ωραία, ενώ είναι, για όσους ξέρουν κι εννοούν, κακάσχημη και μέγαιρα και στρίγκλα.

The Case for a Tragic Optimism

Τι κάνει, σήμερα, στο αλλόκοτο νυν που ζούμε, ένα έργο τέχνης να είναι σημαντικό, να σημαίνει κατιτίς, να έχει νόημα, να γυρίζει τα πάνω-κάτω, να κλείνει το μάτι στον νοήμονα που το δεξιώνεται, να σκαμπιλίζει με γέλια ομηρικά και με δύναμη ευφρόσυνη τον αδαή κι αναίσθητο, να διαισθάνεται το μέλλον, ίσως και να το πλάθει με τη μόνη πλαστική δύναμη που έχει ανέκαθεν η Τέχνη, ήγουν την Πανουργία της, την οδύσσεια List der Vernunft, το πολύτροπον, το κάνω-την-πάπια-αλλά-σας-την-έχω-στημένη, το (και εδώ είναι θαυμαστά ακριβής ο λαϊκός λόγος) στρίβειν-διά-του-αρραβώνος, αλλά, και το, άμα λάχει, πάμε πόλεμο και μας τυλίγουν (ω Γκιγιώμ!) το κεφάλι στους επιδέσμους (ω Απολιναίρ!), ή, επίσης άμα λάχει, κάνουμε και θέατρο στο Βουνό, ή μένουμε στη Γαλλία και προσχωρούμε στην Αντίσταση, ενώ κάλλιστα θα μπορούσαμε να πίνουμε τα ουίσκι μας στο Δουβλίνο, και πάει λέγοντας.

Πάει, όντως; Λέγοντας, όντως; Η του λαού σοφή σοφία λέγει: Τα λόγια κώλο δεν τρυπούν, που σημαίνει άμα δεν περάσεις από το ένδον σκάπτε του Μάρκου Αυρήλιου στο του Μάρκου Rothko I Can Communicate Those Basic Human Emotions, δουλειά δεν γίνεται, άσ’ το καλύτερα, και στρέψου σε άλλα επιτηδεύματα, μην βρεις ούτε κι εσύ κάναν μπελά, μα ούτε και οι καλοί οικείοι σου, ή, άλλωστε, και τα ίδια τα λόγια μη βρουν κάναν μπελά (διότι τα λόγια δίχως τους φέροντες οργανισμούς των πράξεων δεν είναι μονάχα πτερόεντα είναι και πτερωτά από πάνω).

Άσε το άστρο να διορθώσει το άστρο2

Πάμε παρακάτω (πάλι Πι & Πι), ή μάλλον, σχεδόν το ίδιο είναι, πάμε παραπίσω: στα 1998, και δη στις 15 Απριλίου, ο Παυλόπουλος στο βιβλίο του Μουσείον Μουσών (Άγρα, 1998), διατείνεται: «Η Τέχνη είναι σαν ένα μακροβούτι... παίρνεις βαθιά ανάσα... βουτάς... τότε μετράει η ‘τεχνική’... τα γερά πνευμόνια...». Λαμπρά! Kαίτοι, ως λέγει ο Μέγας Ταξιάρχης των Ήπιων Ολέθρων, «Αγαπώ τη θάλασσα, αλλά μόνον το χειμώνα, και πάλι από πολύ μακριά κι από ένα κορφοβούνι»3. Μολοντούτο, ας ρίξουμε μια ματιά, για να δούμε πώς λειτουργεί η προειρηθείσα List der Vernunft, ας λέμε Δόλος του Λόγου, σε κάτι που ειπώθηκε γύρω στα τριάντα χρόνια πριν από την παυλοπούλεια απόφανση, και έλαμψε στα υγρά μας μάτια ακριβώς είκοσι έτη πριν από τώρα δα που γράφω τούτο δα, ήτοι τον Δεκέμβριο (έλαμψε) του 1988: «Από το 1902 μέχρι το 1910, κολύμπησα αρκετά. Οχτώ χρόνια κολυμβητικών ασκήσεων» (Marcel Duchamp, Ο Μηχανικός του Χαμένου Χρόνου, Άγρα, 1989). Αυτή η μεταφορά (κι ας με διορθώσει ο Βαγγέλης Μπιτσώρης, αν δεν είναι απλώς μεταφορά, αλλά μετά-φωρά, ή ίσως μετά-μεταφορά, ή, ενδεχομένως, «Εκδρομή-Μεταφορά: Ο Μήτσος»), αυτή, λοιπόν, η τελοσπαντωνμεταφορά, καλλιτεχνικής εργασίας / θαλάσσιας κολύμβησης, μας μεταφέρει είτε στη Λιμναία Οδύσσεια του Γιάννη Κουνέλλη –ένας πλην πλους, πάντως πλους–, είτε στο πιο παυλοπούλειου χιούμορ παμπάλαιο ρηθέν, ιδίως όσο έχει να κάνει με καλλιτεχνικές φιλοδοξιστορίες «Σκάσε και κολύμπα!». Που σημαίνει, και πάλι, άσε τα λόγια, άσε τα κονστράκσιον, ντεκονστράκσιον, άντερκονστράκσιον, αντερεκονστράκσιον, πιάσε πινέλο, στήσε καμβά, πάρε ανάσα, τράβα τζούρα, ξέχνα τα πάντα, θυμήσου τα όλα, πάψε να είσαι, σταμάτα να μην είσαι, γίνε, χάσου / χώσου / χύσου, ρημάξου / τσακίσου / φτύσου, σήκω / πέσε, πέσε / σήκω, άναψε το μάτι, φτιάξε καφέ / άνοιξε το μάτι, κάνε γαλάζιο το καφέ, βγες απ’ το χρώμα, Η Ζωή Δεν Έχει Πώμα (Καρούζος), αφηνίασε, στο μηδέν πλησίασε, πιες το κρασί / στάλα χρυσή / απ’ την ψυχή / ως την ψυχή (Χατζιδάκις).

 

Ο Γκαούρ και ο Τζιμ Άνταμς επαναπατρίστηκαν και ο Σπίθας δεν δέρνει τους Γιαπωνέζους 4

Τι Υπέροχο που Είναι Να Είσαι Αθώος!
Τι Αθώο που Είναι Να Είσαι Υπέροχος!
Το Παν είναι να Παραμείνουμε Άνθρωποι, και ν’ αγαπάμε τον Παυλόπουλο
ως Βούληση και ως Αναπαράσταση!
Όχι στο solo ipso, ναι, επί τέλους στο Σόλο Ύψος (και Ύφος)!
Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι αυτός, ο Πάρα Πολύ Πολύτιμος, που μου έμαθε τον Μέγα Arslan!!!
Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι Ωραίος Ζωγράφος
και έχει Ωραίο Βλέμμα
όταν ζωγραφίζει
αλλά και όταν
Πίνει Πάλι Πολύ
ωραίο βλέμμα έχει.
Εξάλλου, ως είπεν ο Νικολάι Γκόγκολ,
ο Ναπολέων είναι μέγας στρατηλάτης
αλλά αυτός δεν είναι επαρκής λόγος
για να σπάμε τα έπιπλα!

 

Ο Ντανταϊσμός ήταν μια πνευματική ανταρσία

Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι δεδηλωμένος λάτρης του Dada. Αλλά, προσοχή: σε καμία περίπτωση δεν είναι ένας μεταντανταϊστής. Ούτε βέβαια κάποιος κατά σχεδόν έναν αιώνα καθυστερημένος μιμητής των τρόπων του Dada. (Είχαμε πήξει κάποτε από ενοχλητικούς ανθυπομιμητές των όσων μπόρεσαν να κομίσουν στην Τέχνη και στην Επανάσταση, ή και στις δύο, αυθεντικοί πρωτοπόροι όπως ο Αρθούρος Κραβάν, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Μπενζαμέν Περέ, ο Φρανσίς Πικαμπιά, ο Μαρσέλ Ντυσάν και τόσοι άλλοι). Ο Παυλόπουλος, απεναντίας, προχωρεί, με τα χρόνια, σε έναν γόνιμο διάλογο με τα επιτεύγματα του Dada, εμπνέεται από αυτά, τα μπολιάζει με λογισμό και μ’ όνειρο, τολμάει να τα βάλει να συνομιλήσουν με άλλα επιτεύγματα άλλων τρόπων, ρυθμών, μεθόδων, και γεμίζει εν συνεχεία με όλα τα χρώματα τον τόπο του κρανίου του, εκείνο το ευλογημένο μύχιο στούντιο της Αληθινά Αληθινής Αλήθειας, της Πραγματικά Πραγματικής Πραγματικότητας, ήτοι εκείνο το αμπρί, εκείνο το χαράκωμα, εκείνο το φωτερό και λυτρωτικό, από τουλίπες και ορχιδέες καμωμένο οδόφραγμα όπου μαίνεται λυσσαλέα ο πόλεμος ανάμεσα στους πολυάριθμους κακάσχημους κακομούτσουνους κανάγιες και στους αγγελόμορφους happy few.

 

Αυτό όμως που ανεξίτηλα μένει επάνω μου είναι το σημάδι που μου ’κανε ο Ζορρό. Έστω και τώρα πρέπει να του το ανταποδώσω5

Κάθε φορά που αντικρίζω και απολαμβάνω έργα του Παυλόπουλου (είτε σε γκαλερί, είτε σε λευκώματα και βιβλία, είτε στους τοίχους, αλλά και στο καζανάκι της τουαλέτας του τζαζ καλλιδρομιακού ουισκάδικου «Ο Ένοικος», όπου κάψαμε κάμποσα χρόνια της ζωής μας και αρίφνητα εγκεφαλικά κύτταρα για να γίνουμε ακόμα πιο ανθρώπινοι, βεβαίως βεβαίως), μου έρχονται τρία πράγματα στο ελβετικό τυρί που είναι ό,τι απέμεινε από τον κάποτε κραταιό εγκέφαλό μου:

Πρώτον, ότι θεωρώ τον κρανίου τρόπο του εν λόγω καλλιτέχνη απέναντι στους προδρόμους του ως βέβηλο σεβασμό και σεβάσμια βεβήλωση. Που σημαίνει, όπως κάνουν πολλά παιδιά με τα καινούργια τους και αγαπημένα τους παιχνίδια, θαυμάζω, χαλάω, διαλύω για να δω τι έχει μέσα (έτσι λέγαμε, μικρά σαν ήμασταν) και συναρμολογώ εκ νέου, με άλλη διευθέτηση, δική μου, του γούστου μου, προσωπική μου, τα κομμάτια από διαφορετικά παιχνίδια για να φτιάξω ένα καινούργιο, πρωτόγνωρο, καινοφανές.

Δεύτερον, ότι είχα διαβάσει κάποτε, κατάπληκτος από τη σπάνια ευστοχία του κριτικού, πως τα τραγούδια του Τομ Γουέιτς έχουν την ιδιαιτερότητα να σου φαίνεται ότι τα έχεις ξανακούσει, κάπου, κάποτε, και τα έχεις ήδη κάνει κτήμα σου, τα φέρεις στο μυαλό, στην καρδιά, και σ’ όλο σου το μυϊκό σύστημα, ακόμα κι αν είναι από τον τελευταίο του δίσκο και τ’ ακούς πρώτη φορά, και έχεις επίγνωση φυσικά ότι τ’ ακούς πρώτη φορά. Όπως ο Γουέιτς χάνεται στους ρυθμούς και τις μελωδίες του Βαθέως Νότου, στα περίτεχνα κοσμημένα με λαϊκά μοτίβα μουσικά δημιουργήματα του Κουρτ Βάιλ, σε ακατάσχετους κι ακατάστατους ήχους της μεγαλούπολης, σε λαϊκά χαμούρικα τραγούδια που ακούγονται στα μπορντέλα, αλλά και σε θορυβώδεις εκρήξεις ενός αβανγκαρντίστα όπως ο Καρλ Χάιντς Στοκχάουζεν, για να τα κάνει ένα, να τα κάνει δικό του, καινούργιο, πρωτάκουστο ήχο, έτσι και ο Παυλόπουλος γυροφέρνει στα συνήθως κακόφημα στην εποχή τους σοκάκια της αδάμαστης και ιδιοσυγκρασιακής δημιουργικότητας, στα παιδικά περίτεχνα εικαστικά παίγνια του τύπου «Πού είναι ο Γουόλυ», σε λαϊκές ζωγραφιές που κοσμούσαν κάποτε τα καφενεία, αλλά και σε μιαν ανεστραμμένη (με την έννοια της αναστροφής που επιχείρησε ο Μαρξ στη διαλεκτική του Εγέλου ώστε να σταθεί όπως πρέπει) pop art, στην οποία προσδίδει ένα ανατρεπτικό νόημα που δεν είχε, και ενδεχομένως δεν ήθελε να έχει, ούτως ώστε να κάνει τούτο τον διόλου τυχαίο αχταρμά δικό του και να μας τον προσφέρει δυναμικά, αναπαλαιώνοντας ό,τι είχε σημασία και σκουπιδιάζοντας (γουστάρω, αίφνης, γκαγκάν ορολογία) ό,τι δεν άξιζε παρά να σκουπιδιαστεί.

Τέλος, και τρίτον, μου έρχεται στο μυαλό, ίσως μέσα από τη διαδικασία κάποιας ποτισμένης στην αιθυλική αλκοόλη συνειρμικής ψευτο-συναισθησίας, η δουλειά ενός σημαντικού έλληνα λογοτέχνη, του Παναγιώτη «Πητ» Κουτρουμπούση, ο οποίος, καθώς ξέρω, λατρεύει επίσης το Dada και, στα ακαριαία, εξόχως πρωτότυπα και γεμάτα ψυχωφελές χιούμορ αφηγήματά του, το μπολιάζει με διαβάσματα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, με τα εξωφρενικά κατορθώματα των ηρώων της λεγόμενης παραλογοτεχνίας, με τον Καραγκιόζη, με τα νουάρ της «Μαύρης Μάσκας», με υψηλές αλλά και ξεφτιλέισον στιγμές της επιστημονικής φαντασίας, με την υβριδική γλώσσα κάποιων παμπάλαιων μεταφράσεων έργων του Ιουλίου Βερν και με την αργκό των ρεμπέτηδων. Το νόστιμο εν προκειμένω έγκειται στο ότι μοιάζει ασφαλώς ο ζωγράφος Παυλόπουλος να είναι το εικαστικό αντίστοιχο του συγγραφέως Κουτρουμπούση, και αντιστρόφως, αλλά επίσης συμβαίνει ο Κουτρουμπούσης να ζωγραφίζει κιόλας, και μάλιστα πολύ καλά, ο δε Παυλόπουλος να γράφει επίσης, και μάλιστα, ξανά επίσης, πολύ μα πολύ καλά!

 

Μου έχανε τον εαυτό μου

Η Τέχνη του Παυλόπουλου, εμένα, αυτό ακριβώς μου κάνει, μου χάνει τον εαυτό μου. Ιδού όλη η παράγραφος από το βιβλίο του Ανδρέα Αποστολίδη Τα Πολλά Πρόσωπα του Αστυνομικού Μυθιστορήματος (Άγρα, 2009) όπου αλιεύτηκε η φράση, για να γίνει σοβαρά σμπαράλια σαφές αυτό που εννοώ (και που θεωρώ ως την πλέον ουσιώδη πια αποστολή / λειτουργία / επίθεση της Τέχνης): «Έπαιρνα χάπια, τα χάπια με κάνανε και τη σκότωσα, επειδή ήμουνα τρελός, από τρέλα το έκανα... Τη σκότωσα γιατί ήταν διάβολος. Μου έκανε μάγια. Ήθελε να πεθάνω. Μου έχανε τον εαυτό μου». Η Τέχνη, όπως τη διακονεί ο Παυλόπουλος, μας ωθεί πέρα από τα όρια του έλλογου πράττειν μας, καθώς μας ταξιδεύει ταυτόχρονα, και ως προς τούτο είναι ιλιγγιώδης, στο Παρελθόν, στο Παρόν και στο Μέλλον, τόσο της Τέχνης όσο και της Ζωής, υιοθετώντας έναν τραγικό οπτιμισμό, που σημαίνει ότι μένει με τα μάτια ανοιχτά και με το χιούμορ πάντα επ’ ώμου απέναντι σε ό,τι κακάσχημο και ολέθριο, απέναντι στα πολλά αδιέξοδα και τις πολλές παγίδες ολόγυρά μας.

Μου χάνει τον εαυτό μου, καθόσον με κάνει να ξεφύγω λυτρωτικά από το νυν του εαυτού μου (υποχρεώσεις, τρεχάματα, σκέψεις, έγνοιες, βιοπάλη), και με γυρνάει καρφί στα χρόνια τα παιδικά με ήρωα, ας πούμε, τον Ζορρό (βλ. Fuck the System / Fuck the Police), για να με αρπάξει τάχιστα από κει και να με στείλει σφαίρα σε τοπία καμπαρετζίδικα ανακατωμένα με αναμνήσεις από το... Βυζάντιο (Byzantium Blues), με ξεναγεί και πάλι στα χρόνια τα παιδικά, παίζοντας με τις σύγχρονες τάσεις της Τέχνης (Μίνυ Μάους / I Have an Authentic Minimal Art), για να με στείλει ξανά στο Βερολίνο που αγαπάμε (Revolution by Night), κι ύστερα να με παρατήσει σύξυλο για να πάει να μπεκρουλιάσει με τον Μέγιστο Μάστορα του Γέλιου (Πίνω μπίρες παρέα με τον φίλο μου, τον Karl Valentin). Έτσι μου χάνει τον εαυτό μου, με ακαριαίες μετακινήσεις στον χρόνο και στον χώρο, και με αλλεπάλληλα / ασταμάτητα / απανωτά σχόλια στο Τότε και στο Τώρα της Τέχνης.

Αν ήταν να συσχετίσω το έργο του Παυλόπουλου με ένα και μόνο αριστούργημα της μουσικής αυτό θα ήταν το ολιγόλεπτο (πλην όμως, καταργώντας προσώρας τον χρόνο, απλώνεται ανυπολόγιστα μες στη διάρκεια) “The Laughing Record”, από το 1922, όπου ακριβώς ο Karl Valentin, παρέα με την Liesl Karlstadt γελάνε με έναν τρόπο που σε ωθεί να επανεξετάσεις όλα όσα ξέρεις για την Τέχνη, όλα όσα έχεις σίγουρα σχετικά με τη Ζωή.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Δεκέμβριος 2009
* Από τον κατάλογο της έκθεσης του Τάσου Παυλόπουλου «Ραπτομηχανικά-Ζωγραφική σε χαρτί 2008-2009» Kalfayan Galleries, Αθήνα, 23 Μαρτίου - 8 Μαΐου 2010, σελ. 9-13.
1 «Ήταν βράδυ. Γύρισα στο διαμέρισμά μου κι έβαλα τις χιλιοφορεμένες μου πιζάμες, έστησα τη σκακιέρα, έφτιαξα ένα ποτό κι έπαιξα άλλη μια παρτίδα του Καπαμπλάνκα. Πενήντα εννιά κινήσεις. Όμορφο, ψυχρό αμείλικτο σκάκι, σχεδόν φρικιαστικό μες στη βουβή αδιαλλαξία του». Βλ. Raymond Chandler, Το Ψηλό Παράθυρο, Άγρα, 1992.
2 Gregory J. Markopoulos, Βουστροφηδόν (και άλλα γραπτά), Άγρα, 2004.
3 Νίκος Τριανταφυλλίδης, Πτολίεθρον Λερό (Συνομιλίες με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη), υπό έκδοσιν.
4 Τάσος Παυλόπουλος, Make Love... Not Art!, (Βλ. Ο Μετά-Ζορρό), Υγρές Εκδόσεις, 1996.
5 Τάσος Παυλόπουλος, Make Love... Not Art!, ό.π.