Share thisTwit about thisShare thisShare thisShare this

Γεννήθηκε στο Ριζοβούνι Πρέβεζας το 1959. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με καθηγητές τον Γιάννη Μόραλη και τον Δημήτρη Μυταρά (1979-1985). Παρουσίασε για πρώτη φορά τη δουλειά του το 1986 στην Αθήνα και έως σήμερα έχει πραγματοποιήσει επτά ατομικές εκθέσεις και έχει πάρει μέρος σε πολλές ομαδικές.  Έργα του ανήκουν σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές. Έχει εικονογραφήσει τα βιβλία «Η Πορφυρένια και το μαντολίνο της» (Φωτεινή Φραγκούλη, 1995), «Κύμινο και κανέλα» (Συλλογικό, 1998), «Η φιδογέννητη βασιλοπούλα και άλλα παραμύθια» (Μαρία Μαμαλίγκα, 1998) και «Το καΐκι του Θησείου και άλλες ιστορίες για μικρούς και μεγάλους» (Ηλίας Βενέζης, 2006). Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ατομικές Εκθέσεις

  • 2013 Τάσος Μαντζαβίνος - Κώστας Παπανικολάου, Γκαλερί Citronne, Πόρος
  • 2011 Γκαλερί Citronne, Πόρος
  • 2005 Γκαλερί Thanassis Frissiras, Αθήνα
  • 2000 Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 1996 Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 1994 Γκαλερί Έκφραση, Γλυφάδα
  • 1992 Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα, Αθήνα
  • 1986 Γκαλερί Εποχές, Κηφισιά

Ομαδικές Εκθέσεις

  • 2013 Η γενιά του ’80 - Σύγχρονη Ελληνική Ζωγραφική από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου - Παράρτημα Σπάρτης (Κουμαντάρειος Πινακοθήκη), Σπάρτη
  • 2012 Ellenico Plurale – Dipinti dalla Collezione Sotiris Felios, Complesso del Vittoriano, Ρώμη (επιμέλεια: Giuliano Serafini)
  • 2012 Μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Έργα από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου, Κέντρο Τέχνης Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο, Βόλος (επιμέλεια: Ειρήνη Οράτη)
  • 2010Σύγχρονη Ελληνική Ζωγραφική από τη συλλογή Σωτήρη Φέλιου, Σισμανόγλειο Μέγαρο, Κωνσταντινούπολη
  • 2009 Νεοελληνική Τοπιογραφία από τον 18ο ως τον 21ο Αιώνα, Ίδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα (επιμέλεια: Χάρης Καμπουρίδης)
  • 2009 Το βλέμμα του χρόνου, ιστορίες εικόνων. Πίνακες από τη συλλογή Σωτήρη Φέλιου, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα (επιμέλεια: Ειρήνη Οράτη)
  • 2008 Θάλασσα. Τέσσερις Ζωγράφοι, Γκαλερί Citronne, Πόρος
  • 2008 Χριστούγεννα με τον Παπαδιαμάντη, Χώρος Τέχνης 24, Αθήνα
  • 2007 Πορτραίτο, Αίθουσα Τέχνης Γαβράς, Αθήνα
  • 2006 Καλοκαίρι, μια συνάντηση, Χώρος Τέχνης 24, Αθήνα
  • 2004 Helleniades, Λωζάννη
  • 2004 Ιn our Image after our Likeness, Μουσείο Φρυσίρα, Αθήνα
  • 2004 Ελαίας Εγκώμιον, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα (επιμέλεια: Λουίζα Καραπιδάκη)
  • 2002 Ύδρα. Εικαστικές Αποτυπώσεις, Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας, Ύδρα (επιμέλεια: Ειρήνη Οράτη)
  • 2002 Σπίτι των Εκθέσεων, Φαλατάδος, Τήνος
  • 1998 Ελληνική Τοπιογραφία. 19ος-20ός αιώνας, Εθνική Πινακοθήκη- Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα (επιμέλεια: Αγγέλα Ταμβάκη)
  • 1997 Εστίες του Βλέμματος, Εικαστικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, Λάρισα (επιμέλεια: Αθηνά Σχινά)
  • 1996 Αφιέρωμα στον Περικλή Πανταζή, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ, Μέτσοβο (επιμέλεια: Όλγα Μεντζαφού-Πολύζου)
  • 1995 Μεσόγειος, Εθνική Πινακοθήκη, Τίρανα
  • 1993-9 Το Δέντρο. Πηγή έμπνευσης, αφορμή δημιουργίας, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ, Μέτσοβο, Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, Λευκωσία (επιμέλεια: Γιάννης Kολοκοτρώνης)
  • 1993 Η Θάλασσα, Αίθουσα Τέχνης και Συναυλιών, Ύδρα
  • 1992 Σύγχρονοι Έλληνες Δημιουργοί, Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο, Δελφοί (επιμέλεια: Πινακοθήκη Πιερίδη)
  • 1991-4 Σύγχρονη Ελληνική Ζωγραφική. Συλλογή Βλάση Φρυσίρα, Πινακοθήκη Πιερίδη, Γλυφάδα(1991), Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, Δημοτική Πινακοθήκη, Ρόδος, Αίθουσα Τέχνης και Συναυλιών, Ύδρα (1992), Βυζαντινό Μουσείο, Ζάκυνθος (1993), Νεώρια, Χανιά, Γενί Τζαμί και Βελλίδειο Πολιτιστικό Κέντρο, Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη (1994) (επιμέλεια: Τάκης Μαυρωτάς)
  • 1991 Γκαλερί Μιράντα, Ύδρα
  • 1991 Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο Ώρα, Αθήνα
  • 1989 Πορτραίτα, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα
  • 1988 Ζωγραφική για ένα Τραπέζι, Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων, Αθήνα (επιμέλεια: Μάνος Στεφανίδης)
  • 1988 Δέκα Νέοι Ζωγράφοι, Παλαιό Παγοποιείο, Αθήνα
  • 1987 Γκαλερί Μιράντα, Ύδρα
  • 1986 Κοινωνική Πραγματικότητα και Ελληνική Ζωγραφική Σήμερα, Παγοποιείο Φιξ, Αθήνα
  • 1985 Έκθεση Τελειοφοίτων Α.Σ.Κ.Τ., Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Άνδρου - Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, Άνδρος

Η ζωγραφική του Κώστα Παπανικολάου

Ο Κώστας Παπανικολάου μορφώθηκε ζωγραφικά στο εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. σήμερα, καθώς η ικανή πλέον απόσταση του χρόνου μάς επιτρέπει κάποια πρώτα συμπεράσματα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπήρξε ένας από τους τελευταίους σημαντικούς μαθητές του, δηλαδή ένας από τους τελευταίους σπουδαστές της Σχολής που μπόρεσαν να επωφεληθούν ουσιαστικά από το σημαντικό εκείνο απόθεμα εμπειρικών γνώσεων ζωγραφικής που κατείχε ο δάσκαλός τους. Η μακρά παρουσία και το καλλιτεχνικό ήθος του Μόραλη έδινε τότε τον κυρίαρχο τόνο σε όλη τη Σχολή. Σύμφωνα με το παράδειγμά του, που είχε εμπεδωθεί από όλους ως άρρητος κανόνας, η σπουδή της ζωγραφικής υπάκουε σε καθαρά μορφολογικά απαιτούμενα. οτιδήποτε άλλο εθεωρείτο κατ’ ουσία ξένο, ανοίκειο στοιχείο για την τέχνη. Το θέμα, το γυμνό, η νεκρή φύση, το τοπίο, δεν ήταν παρά συμβατικά προσχήματα για να μελετηθούν τα συγκεκριμένα κάθε φορά συνθετικά, σχεδιαστικά και χρωματικά προβλήματα. ήταν αφορμές για ασκήσεις και τίποτε περισσότερο. Πίσω από τον Μόραλη στεκόταν ως υψηλό κανονιστικό πρότυπο, αρχετυπικό θα λέγαμε καλύτερα, το έργο του Cézanne, η ζωγραφική πορεία και τα διδάγματα του οποίου νομιμοποιούσαν όλη αυτή την εναργή προσήλωση στα προβλήματα της μορφής.

Σύμφωνα με αυτή την αυστηρά τηρούμενη από τον ίδιο τον δάσκαλο διδακτική αρχή, “μάθαινε” κανείς να ζωγραφίζει, αλλά ούτε κουβέντα δεν άκουγε για τα βαθύτερα αίτια αυτής της δημιουργικής πράξης, ούτε για τη σημασία, τον ιδεολογικό ρόλο και την κοινωνική αξία και χρήση-χρησιμότητα της τέχνης. αυτά όλα ήταν ζητήματα αφημένα απολύτως στην ιδιοσυγκρασία και τη βιοθεωρητική συγκρότηση του κάθε σπουδαστή. Με δυο λόγια, στη Σχολή μάθαινες να βλέπεις και να ζωγραφίζεις. το να μάθεις να σκέπτεσαι, να αισθάνεσαι και να νιώθεις τη ζωή ήταν δική σου δουλειά. Είχε κάτι το ψυχρό, το εγκεφαλικά αποστεγνωμένο όλη αυτή η περιεσταλμένη μορφοκρατική διδασκαλία, αλλά συνάμα, μέσα από τη συνέπειά της, μέσα από την αδιαπραγμάτευτη αρχή της να προκρίνει σαφώς την πράξη-τέχνη έναντι του λόγου- θεωρίας, παρείχε μια στέρεη και πειθαρχημένη παιδεία, της οποίας η εντροπία ήταν κατά βάση ορθολογική, αιτιοκρατούμενη και ρεαλιστική. τότε, αυτές οι εσώτερες και ενεργές προϋποθέσεις της μας ήταν δυσδιάκριτες, σχεδόν εντελώς αθέατες, τώρα όμως, που οι καιροί έχουν αλλάξει τόσο ριζικά, γίνεται πλέον όλο και περισσότερο φανερό ότι συνιστούσαν, για όσους τις αφομοίωσαν, μακροπρόθεσμης εμβέλειας παρακαταθήκες, καθώς από αυτή τη μαθητεία στην αναλυτική όραση του πραγματικού και τη μεθοδική ανακατασκευή του απέρρεε ένας ιδιαίτερος καταφατικός τρόπος και στάση ζωής.

Δεν ήταν εύκολα τα χρόνια μετά τη Σχολή, ιδιαίτερα για όσους, ερχόμενοι από την επαρχία στην Αθήνα, διεκδικούσαν μια θέση στον “κόσμο της τέχνης”. Δεν ήταν εύκολο να αρνηθείς την εύκολη καριέρα που υποσχόταν ο “εκσυγχρονισμός” της μεταπρωτοπορίας, της εννοιακής τέχνης, των χάπενινγκ και της βίντεο αρτ, που επιβλήθηκαν από τη δεκαετία του ’90 και στην Ελλάδα, ως οι επίσημα αποδεκτές μορφές τέχνης. Να ζωγραφίζεις με αβγοτέμπερα και λάδια σε ξύλο ή καμβά φάνταζε πλέον ως κάτι παρωχημένο, αναχρονιστικό, στην καλύτερη περίπτωση ως παρέκκλιση. Μέσα σε αυτές τις απρόσφορες συνθήκες, η εμμονή στη ζωγραφική έπαιρνε τον χαρακτήρα μιας δοκιμασίας, καθώς απαιτούσε από τους ελάχιστους εκείνους που ήταν ικανοί να συνεχίσουν δημιουργικά την παράδοσή της, που διέθεταν την αναγκαία εσωτερική αφύπνιση, ένα είδος εσωτερικής πίστης στις έμφυτες ικανότητές τους, την ιδιαίτερη εκείνη αυτοπεποίθηση που διέθεταν πάντα όσοι επιχείρησαν να υπερβούν την κυρίαρχη κουλτούρα, το κατεστημένο πλέγμα παραδεκτών αξιών, για να εκφράσουν με τον δικό τους τρόπο την προσωπική τους αλήθεια για τον κόσμο.

Πριν από λίγα χρόνια, με αφορμή την τελευταία ατομική έκθεση του Κώστα Παπανικολάου, είχα σημειώσει ότι ανήκει στην ευάριθμη ομάδα των καλλιτεχνών που μπόρεσαν να διαφύγουν από τις σειρήνες των μεταμοντέρνων ιδεολογημάτων, παραμένοντας στην άτυπη εκείνη θεωρητική γραμμή που θέλει τη ζωγραφική να ολοκληρώνεται με αμιγώς εικαστικό-αισθητικό τρόπο, πρωταρχικά μέσα στο βλέμμα, ως αποκαλυπτική και άρρητη γνώση του κόσμου, και όχι να απευθύνεται μέσω του λόγιου θεματικού της φορτίου στις νοητικές-έλλογες ικανότητες του κοινού, εκμαιεύοντας τη συναίνεσή του. Θα ήταν άδικο τις προϋποθέσεις αυτής της στάσης, την καλλιέργεια της όρασής του, τη χρωματική λεπτότητα της παλέτας του και το δομημένο κτίσιμο της σύνθεσής του, να τις αποσυνδέσουμε από τη μαθητεία του και τη συνεχή καλλιέργεια και άσκησή του στις αρχές της, το θάρρος όμως και την ωριμότητα αυτής της πορείας, καθώς και τον θεματικό- συγκινησιακό πλούτο της ζωγραφικής του, οφείλουμε να αναζητήσουμε στις δικές του ενδιάθετες ψυχοδιανοητικές ικανότητες, στη μόρφωση της δικής του προσωπικότητας.

Ο Παπανικολάου είναι πλέον ένας ώριμος καλλιτέχνης, στην κυριολεκτική σημασία αυτού του χαρακτηρισμού. Μπορεί πλέον να δώσει έργα μεγάλης δεξιοτεχνίας και πραγματικού θεματικού βάθους, όπως η Κηδεία, την οποία θεωρώ έργο που συνοψίζει παραδειγματικά τις ικανότητές του. Προσέξτε τον θεματικό πλούτο και ταυτόχρονα τη μορφική αρτιότητα αυτού του έργου: Μπροστά μας μια ελιά υψώνεται, καταλαμβάνοντας ολόκληρο το επάνω αριστερό μέρος της σύνθεσης. Δεσπόζει με τον στιβαρό σκούρο κορμό της και το ασημένιο-λαδί φύλλωμά της, σκηνοθετεί δυναμικά τον χώρο, ορίζει την κλίμακα των μεγεθών και ταυτόχρονα υποβάλλει την κάπως απόμερη τυχαία θέση του θεατή-παρατηρητή. Κάτω της, στο βάθος, στον παραλιακό δρόμο, μια πομπή αυτοκινήτων, ανδρών και μαυροφορεμένων γυναικών, λίγο διάσπαρτων, λίγο ομαδοποιημένων, προχωρά αργά, ενώ οι σκιές τους μακραίνουν σκληρές από τον απογευματινό ήλιο πάνω στην γκρίζα άσφαλτο. Η πομπή προχωρά νωχελικά και πυκνώνει προς τη στροφή του δρόμου, που χάνεται πίσω από έναν λοφίσκο κατάφυτο με ελιές, ενώ δίπλα της, στο ακρογιάλι, κάποιοι, ανύποπτοι, χαίρονται ακόμα το μπάνιο στη θάλασσα. Μια κοπέλα με μπικίνι στέκεται όρθια και κοιτά τις ντυμένες στα μαύρα γυναίκες. Πίσω από τον λόφο, ο δρόμος συνεχίζει την παραλιακή του πορεία, ενώ μια συστάδα κυπαρισσιών σηματοδοτεί εμβληματικά την κατεύθυνση και το τέλος της πομπής. Τα στεφάνια είναι ακουμπισμένα ήδη στον περίβολο του νεκροταφείου. Ο δρόμος συνεχίζει μακρύτερα να περιελίσσεται ακόμα, σε μικρούς κολπίσκους και όρμους. Στο βάθος, μικρές βραχονησίδες ρυθμολογούν την απέραντη έκταση της θάλασσας μέχρι ψηλά τον ορίζοντα που κοκκινίζει από το ηλιοβασίλεμα. Δεξιά, στο άκρο της σύνθεσης, υψώνεται μια πολυκατοικία. Εδώ, οι ένοικοί της, αδιάφοροι, συνεχίζουν τις αργόσχολες διακοπές τους. Ένα παιδάκι στην αυλή παίζει αμέριμνο με το σκυλί του, μια κοπέλα στην πυλωτή ξεπλένεται από την αλμύρα της θάλασσας, ένας άνδρας στον τρίτο όροφο κοιτά μακριά πέρα από τους λόφους, τους πυροσβέστες και ένα καναντέρ που προσπαθούν να σβήσουν κάποια φωτιά. Κάτω δεξιά, ένα νέο κορίτσι προχωρεί προς εμάς. Μέσα στη σκιά, μια ηλιαχτίδα διαπερνά τα φυλλώματα και κάνει το ρούχο της να λάμπει σαν χρυσάφι. Το σύνολο είναι γεμάτο από μικρά αλλοπρόσαλλα θεματικά επεισόδια, που, διάσπαρτα και κρυμμένα, αναμένουν την προσοχή του θεατή, τη δεύτερη προσεκτική ματιά του, για να αφηγηθούν τον παράταιρο ρόλο τους. Το σύνολο κατακερματίζεται σε συμβάντα που, σημαντικά ή ασήμαντα, καθημερινά ή έκτακτα, θλιβερά ή χαρούμενα, διεξάγονται παράλληλα, ταυτόχρονα, δίχως μεταξύ τους εμφανή αλληλουχία. Όμως όλα συμβαίνουν μέσα στη φύση, στον ίδιο ενιαίο χώρο που ορίζει ο ουρανός, η γη και η θάλασσα, μέσα στον ίδιο χρόνο, κάτω από το ίδιο φως του ήλιου, μέσα στο συνολικό αυτό φαινόμενο της ζωής που κυλά συνεχώς μπροστά στα μάτια μας.

Όλα έχουν ζωγραφιστεί με μια συγκρατημένη παλέτα όπου κυριαρχεί η αντίθεση των θερμών –των γαιωδών χρωμάτων, του χοντροκόκκινου και των φωτεινών ροδαλών του αποχρώσεων, της ψημένης και της ωμής όμπρας– με τα ψυχρά γαλάζια και μπλε και τους ενδιάμεσους μεσαίους γκρίζους τόνους. Η σύνθεση ισορροπεί ως μια “σιγαλοχρωμία”, από την οποία απουσιάζει εμφατικά, όσο και σοφά, το κίτρινο –ακόμα και η ώχρα έχει ελάχιστα χρησιμοποιηθεί, ενώ και οι προσμίξεις, του που θα έδιναν πράσινα, σπανίζουν και αυτές. Η θέρμη και η ζωηράδα των κίτρινων θα άλλαζε δραστικά τον τόνο όλου του έργου, στερώντας του την αναγκαία μελαγχολία, με την οποία το φως του ήλιου χρωματίζει όλη την πλάση, τις ώρες που γέρνει να δύσει. το κίτρινο ίσως δεν άφηνε μέσα μας να αναβλύσει η αναγκαία εκείνη γαλήνη που απαιτεί το τελευταίο κατευόδιο.

Ο Παπανικολάου ζωγραφίζει όλον αυτόν τον κόσμο προσποιούμενος τον αυθεντικό ιμπρεσιονιστή. Ζωγραφίζει πράγματι μόνο ό,τι βλέπει, μόνο το φως και τις σκιές, τα δέντρα και τους ανθρώπους, όπως φαίνονται μέσα στο λιόγερμα, ζωγραφίζει υιοθετώντας μια στάση στωικά αμέριμνη, προσεκτική αλλά διόλου εξεταστική, μια στάση αμερόληπτα καταγραφική, που δεν αφήνει να διαφανεί κανένα ενδιαφέρον, καμία προσωπική συμμετοχή. βλέπουμε το φως, αλλά όχι τον ήλιο, την πομπή, αλλά όχι την κηδεία, βλέπουμε τα δέντρα και τα κυπαρίσσια, αλλά όχι το νεκροταφείο, τον καπνό, αλλά όχι τη φωτιά, βλέπουμε τους νέους και τα παιδιά. Όμως αυτό που, εντέλει, ο ζωγράφος συνθέτει ως ένα πανόραμα του τυχαίου, του αποσπασματικού, του φευγαλέου και του καθημερινού, είναι ο κόσμος στην ολότητά του. μέσα από το σύνολο όλων αυτών των επιμέρους φαινομενικοτήτων, ο ζωγράφος ανασυνθέτει το είναι της ζωής, τη ζωή στην αέναη εναλλαγή της θλίψης και της χαράς, στην κοινωνικότητα και τη μοναξιά της, στην πολυμορφία της ύπαρξης και της ηρακλείτειας κίνησής της, στη διαλεκτική της πορεία, που υπακούει στον αέναο ρυθμό της δημιουργίας και της καταστροφής, του θανάτου και της γέννησης, του τέλους και της νέας αρχής.

Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος
Αθήνα, 22 Απριλίου 2009