Γεννήθηκε στο Ελληνικό Ιωαννίνων το 1942. Σπούδασε µε υποτροφία Γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δάσκαλο τον Γιάννη Παππά (1960-65). Πήρε και δίπλωμα των εργαστηρίων εφαρµοσµένων τεχνών της ίδιας σχολής στη χαλκογλυπτική και γυψοτεχνική µε δάσκαλο τον Νίκο Κερλή. Μελέτησε µε διετή υποτροφία εσωτερικού του ΙΚΥ την αρχαιοελληνική τέχνη και την τέχνη της ευρύτερης περιοχής της Μεσογείου (1966-1968). Συνέχισε τις σπουδές του µε μια σειρά από ενημερωτικά ταξίδια τόσο στο Μεσογειακό χώρο, τον οποίο θεωρεί κοιτίδα του πολιτισμού και πηγή ανεξάντλητη, όσο και στην Ευρώπη. Ταξίδεψε στην Κρήτη, στην Αίγυπτο, στα παράλια της Μικράς Ασίας και στην Κωνσταντινούπολη.

To 1970 ξεκίνησε την πανεπιστημιακή του καριέρα µε τον διορισμό του ως βοηθός στην Α.Σ.Κ.Τ. στο εργαστήριο γλυπτικής του Γιάννη Παππά. Το 1972 ηγήθηκε ομάδας εργασίας σπουδαστών της Α.Σ.Κ.Τ. η οποία περιόδευσε στα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου και αποτύπωσε πέτρινα και ξύλινα ανάγλυφα και αρχιτεκτονικά στοιχεία της λαϊκής και παραδοσιακής τέχνης. Το 1974 συµµετείχε µε συναδέλφους του στη δημιουργία του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών (Κ.Ε.Τ.).

Μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι παρακολουθώντας μαθήματα που αφορούσαν τα νεότερα υλικά γλυπτικής στα εργαστήρια των S. Mouille, G. Vineent και Μ. Rafestin στην École Nationale Superieure des Arts Appliques et des Metiers d’ Άrt (1981-1982).

Το 1987 εκλέχθηκε αναπληρωτής καθηγητής στην Α.Σ.Κ.Τ. της Αθήνας και τακτικός καθηγητής στην ίδια σχολή το 1991.

Συμμετείχε στο Α' Συνέδριο για το πρόγραµµα «Αιγαίο» στην Πολιόχνη της Λήμνου (1994) και φιλοτέχνησε ένα γλυπτό, το οποίο σε εξήντα αντίγραφα δωρήθηκε στις ισάριθμες προσωπικότητες από όλο τον κόσμο, που έλαβαν μέρος.

Τα τελευταία 17 χρόνια, ως Διευθυντής του Α’ Εργαστηρίου Γλυπτικής, ο Θ. Παπαγιάννης πρωταγωνιστεί στη διοργάνωση Συμποσίων Γλυπτικής σε πολλές πόλεις της Ελλάδος και της Κύπρου δημιουργώντας μεγάλα γλυπτά για το δημόσιο χώρο. Επίσης, στα πλαίσια των ανταλλαγών προγραμμάτων Erasmus συνεργάζεται με πολλές Σχολές Καλών Τεχνών της Ευρώπης, και ειδικά τη Σχολή του Βερολίνου και της Brera, με τους καθηγητές David Evison και Paolo Galerani, δημιουργώντας workshops με ομάδες σπουδαστών.

Γλυπτά του κοσμούν πολλούς δημόσιους χώρους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς επίσης περιλαμβάνονται σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές μουσείων και πινακοθηκών, όπως η Εθνική Πινακοθήκη, το Μουσείο Βορρέ, η Πινακοθήκη Πιερίδη, το Μουσείο Θεσσαλονίκης, η Πινακοθήκη Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, η Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου, η Δημοτική Πινακοθήκη Πάτρας, η Πινακοθήκη Φλώρινας, η Πινακοθήκη Αβέρωφ στο Μέτσοβο, η Πινακοθήκη Κουβουτσάκη στην Κηφισιά, η Εθνική Γλυπτοθήκη, το Προεδρικό Μέγαρο.

Έχει τιμηθεί µε πολλά βραβεία και διακρίσεις, ανάμεσα στα οποία είναι το Α' Βραβείο στο διαγωνισμό για το Μνημείο Εθνικής Αντίστασης, Βόλος (1985), το Α' Βραβείο στο διαγωνισμό για το Μνημείο της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου, Γιάννενα (1985) και το Α' Βραβείο στο διαγωνισμό για το Μνημείο Εθνικής Αντίστασης.

Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα

 

Θεόδωρος Παπαγιάννης
Σύγχρονη Γλυπτική με Άρωμα Αρχαιότητας

Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης ανήκει σε μία οικογένεια δημιουργών που σπανίζουν ολοένα και περισσότερο: σε αυτούς που ξαναγράφουν την ιστορία της τέχνης, ξεκινώντας από την παράδοση, για να κατακτήσουν, με επώδυνους ερευνητικούς αναβαθμούς, την προσωπική τους απελευθέρωση. Ο διάλογος με τον καιρό τους και τις εκφραστικές του υπαγορεύσεις δεν αποτελεί γι' αυτούς τους καλλιτέχνες ετερονομική συμμόρφωση με τους συρμούς, αλλά εσωτερική αναγκαιότητα.

Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης κατάγεται από την Ήπειρο, από μία περιοχή που με την τραχιά της διαμόρφωση, τους γλυπτικούς ορεινούς της όγκους και την πέτρινη αρχιτεκτονική της, αφυπνίζει την ενδιάθετη καλλιτεχνική ροπή και υπαγορεύει την αυστηρότητα και το σεβασμό στη χρήση των υλικών. Αυτή την αυστηρότητα και συνέπεια την επαληθεύει το πολύμορφο έργο του Παπαγιάννη σε κάθε του φάση και στα ποικίλα υλικά που χρησιμοποιεί. Γιατί ο πολύτροπος καλλιτέχνης δεν κουράστηκε να εξερευνά όχι μόνο τα παραδοσιακά υλικά (πέτρα, μάρμαρο, χαλκό), αλλά και κάθε άλλη μορφή πρώτης ύλης: ξύλο, σίδερο, πηλό, συνθετικές ύλες, αλλά και αντικείμενα δεύτερης χρήσης, που προσθέτουν τη δική τους ιστορία στην αφήγηση του έργου. Μια παλιά φωτογραφία του μελλέφηβου Θεόδωρου μας αποκαλύπτει την πρώιμη κλίση του. Δεν θα 'ταν πάνω από δώδεκα- δεκατριών χρονών και είχε κιόλας εκδηλώσει το ταλέντο του: μια σειρά κεφάλια σκαλισμένα στην πέτρα, απειρότεχνα ακόμη, αλλά πολύ εκφραστικά προαγγέλλουν δύο βασικές σταθερές της μελλοντικής δημιουργίας του: τον ανθρωποκεντρικό της χαρακτήρα και την αναζήτηση της έκφρασης.

Ίσως εδώ αξίζει να επισημάνουμε έναν άλλο χαρακτήρα της ποιητικής του Θεόδωρου Παπαγιάννη, που δεν είναι άσχετος με την ηπειρωτική του καταγωγή. Η Ήπειρος και ιδιαίτερα τα Ιωάννινα φημίζονται για τη χειροτεχνική τους παράδοση, μια παράδοση που την πλούτισαν με τα έργα τους πολλοί τεχνίτες, από τους αδρούς πελεκάνους που λάξευσαν το γκρίζο γρανίτη για να χτίσουν σπίτια και γεφύρια, ως τους εκλεπτυσμένους αργυροχόους που φιλοτέχνησαν τα ξακουστά γιαννιώτικα κοσμήματα. Ο Ηπειρώτης γλύπτης είναι ένας από τους τελευταίους δεξιοτέχνες της χειροτεχνικής παράδοσης. Του αρέσει όχι μόνο να λαξεύει ο ίδιος τα έργα του, αλλά και να τα τελειοποιεί με τη μαστοριά της αρχαίας τορευτικής. Στα τελευταία του έργα φαίνεται να επικαλείται τη γηγενή παράδοση της πατρίδας του για να «κοσμήσει» τις μορφές του με το μεράκι ενός καλλιτέχνη αργυροχόου.

Η μακρά μαθητεία αρχικά, και θητεία αργότερα του, Θεόδωρου Παπαγιάννη πλάι στον Γιάννη Παππά, έναν αυστηρό δάσκαλο με ρωμαλέο έργο και πλούσια πλαστική παιδεία, του εξασφάλισε στέρεα θεμέλια για να οικοδομήσει το δικό του έργο. Έργο βασικά ανθρωποκεντρικό, με μικρές παρεκβάσεις, όπως τα πουλιά, που δεν παραβιάζουν ουσιαστικά τον κανόνα. Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης μοιράζεται με το δάσκαλο του, το Γιάννη Παππά, την πιο υγιεινή συνήθεια για έναν καλλιτέχνη: το πάθος του σχεδίου. Αναρίθμητα σχέδια σημαδεύουν την κάθε στιγμή της ζωής του από τότε που επέλεξε το δύσκολο προορισμό του γλύπτη. Μελετά με το πάθος ενός Λεονάρντο ντα Βίντσι, πρώτα απ' όλα το ανθρώπινο σώμα σε κάθε του στάση, σε ανάπαυση και δράση. Το γυμνό από μοντέλο, αλλά και ανθρώπους στον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο. Με ευλαβική εμμονή μελετά τις ελληνικές αρχαιότητες πραγματοποιώντας ταξίδια- προσκυνήματα σ' όλους τους τόπους που καθαγίασαν οι προγονοί μας. Γλυπτά, ανάγλυφα αλλά και αρχιτεκτονικά μέλη, κιονόκρανα, ανθέμια, ραβδώσεις του δίνουν την ευκαιρία να μελετήσει το βηματισμό του ήλιου πάνω στα αρχαία σπαράγματα, το δραματικό διάλογο φωτός και σκιάς, θησαυρίζει εικόνες, ψηλαφεί γλυφές, πλουτίζει την οπτική του μνήμη μ' ένα ανεξάντλητο ρεπερτόριο, από όπου θα αντλήσει αργότερα έμπνευση και διδάγματα για τα δικά του γλυπτά, τα δικά του ανάγλυφα. Οι πτυχώσεις, το παιχνίδι του σκιοφωτισμού, η διακοσμητική σχηματοποίηση διατηρούν τη μνήμη αυτών των αρχαιολογικών εξερευνήσεων με το μολύβι στο χέρι.
Όπως οι γλύπτες τον παλιό καιρό, ο Θεόδωρος Παπαγιάννης δεν απαξιεί κανένα έργο. Βαθύς γνώστης της ανδριαντοποιίας, θα φιλοτεχνήσει πολλά μνημεία και προτομές με φιλαλήθεια, εντιμότητα και γνώση, που συχνά απουσιάζουν από ανάλογα έργα του δημόσιου χώρου.

Στο καθαρά δημιουργικό του έργο διακρίνουμε δύο κύριες κατευθύνσεις από την πρώιμη κιόλας φάση: τα τεκτονικά γλυπτά, με συμπλέγματα μορφών λαξευμένα στο μάρμαρο και την πέτρα, που διατηρούν τη μνήμη των ορθογώνιων σχημάτων απ' όπου προήλθαν. Τα μετακυβιστικά αυτά έργα έλκουν τη μακρινή καταγωγή τους από κυβιστές γλύπτες όπως ο Zadkine ή ο Lipchitz.
Μία δεύτερη ομάδα γλυπτών εμπνέεται από οργανικές μορφές και αξιοποιεί τις δυνατότητες της «ζωτικής φόρμας». Επιλέγοντας διαβρωμένες πέτρες και βότσαλα, ο γλύπτης εκμεταλλεύεται την τυχαία μορφική τους κλίση για να ανασύρει, με μικρές καίριες επεμβάσεις, ανθρώπινες φιγούρες με ιδιαίτερη εκφραστικότητα. Σε αυτή την ομάδα έργων αναγνωρίζουμε, ως μακρινούς «δασκάλους», μοντέρνους γλύπτες που θεμελίωσαν την παράδοση της «ζωτικής φόρμας», όπως ο Henry Moore.
Τα πουλιά διεκδικούν μία προνομιακή θέση στη θεματογραφία του Θεόδωρου Παπαγιάννη. Οι αεροδυναμικές φόρμες τους, οι αρμονικές καμπύλες τους, ο διάλογος ανάμεσα σε κυρτούς και κοίλους όγκους οδηγεί το γλύπτη σε μία συμπυκνωμένη αφαίρεση που διατηρεί από το θέμα τη δυναμική της πτήσης και τη μελωδία των γραμμών. Η στίλβωση της επιφάνειας, το παιχνίδι της εναλλαγής ανάμεσα σε γυαλισμένα και αδρά μέρη προσθέτουν τη χάρη τους σε αυτά τα ερατεινά έργα, από τα πιο όμορφα που έπλασε ποτέ η γλυπτική τέχνη με αυτό το θέμα. Η «θωπεία» της επιφάνειας του χαλκού από την αστραφτερή αντανάκλαση ως τη σγουρή θαμπάδα μαρτυρεί το γόνιμο δίδαγμα του Brancusi.

Παράλληλα, μία νέα ανθρωπότητα κάνει την εμφάνιση της στο έργο του γλύπτη, μία ανθρωπότητα που αναδύεται από αρχέγονες, αρχετυπικές και αρχαιολογικές μνήμες της Μεσογείου. Στην αρχή τα «ειδώλια» αυτά έχουν διαστάσεις μικρογλυπτικής όπως οι μορφές που αποτέλεσαν την πηγή της έμπνευσης του γλύπτη: τα αναθηματικά ειδώλια της υστερομινωϊκής και της μυκηναϊκής εποχής. Τα πήλινα ειδώλια σε σχήμα Φ ή Ψ που σχηματοποιούν τη Θεά «μεθ' υψωμένων των χειρών», όπως βάφτισε αυτήν τη στάση ικεσίας ο Στέλιος Αλεξίου στην ομώνυμη μελέτη του. Μοναχικές ή σε ζευγάρια αυτές οι κλειστές μορφές είναι στην πρώτη τους φάση οικείες και γνώριμες. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί μία σειρά από μικρογλυπτά όπου συχνά διαφοροποιεί με άλλο κράμα και χρώμα μετάλλου τα φύλα και όπου τα κυρτά και τα κοίλα σχήματα δημιουργούν αρμονικές συζυγίες. Είναι από τα πιο γοητευτικά μικρογλυπτά της μοντέρνας ελληνικής πλαστικής.

Οι μορφές αυτές θα μεγεθυνθούν, θα πάρουν μνημειακές διαστάσεις και θα αλλάξουν χαρακτήρα, σε μία σειρά νέων έργων που κυριαρχούν στη δημιουργία του γλύπτη τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια: μορφές περίκλειστες, μετωπικές, ιερατικές, συμβολικές, με παράστημα ραδινό και λυγερό, ανεπτυγμένες σε υπερφυσική κλίμακα, που την τονίζει ακόμη περισσότερο το μικρό σε μέγεθος σχηματοποιημένο κεφάλι. Οι φιγούρες αυτές μας θυμίζουν τις «βαθύζωνες» ομηρικές μορφές των θρηνωδών στους αττικούς γεωμετρικούς αμφορείς και τα πρώιμα αρχαϊκά αγάλματα, όπως η «Κυρία της Auxerre» στο Λούβρο. Γυναικείες και ανδρικές μορφές διαφοροποιούνται από την υπεροχή της καμπύλης ή της ευθείας και από τα ενδύματα. Ποδήρεις μανδύες στους άνδρες, περίκοσμοι χιτώνες στις γυναίκες. Τα διακοσμητικά στοιχεία, οι ζώνες, οι ταινίες, οι χρωματικές εναλλαγές δεν αποτελούν απλά στολίδια, τονίζουν, αρθρώνουν, οργανώνουν τη σύνθεση, οριοθετούν επίπεδα, άξονες. Οι χειρονομίες έχουν τελετουργικό χαρακτήρα: χέρια που ακουμπούν στη μέση, στο κεφάλι, που ανασύρουν πέπλα, που αγκαλιάζονται, που χαιρετούν.
Ο γλύπτης, βαθύς γνώστης και ακάματος εξερευνητής νέων υλικών, επινοεί καινούργια μέθοδο για να δώσει μορφή και πνοή σ' αυτή την ιερή ανθρωπότητα. Καταφεύγει στα συνθετικά υλικά, στον πολυεστέρα, αλλά τον υποτάσσει στη δική του εκφραστική βούληση. Ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη είναι και η ποιητική των έργων. Αφού κατασκευάσει το μεταλλικό σκελετό της μορφής, δημιουργεί ένα εκμαγείο από πηλό που «ντύνει» την αρματωσιά του έργου. Μέσα εκεί διοχετεύεται το ρευστό συνθετικό υλικό. Στην ύλη του έχει ενσωματωθεί το χρώμα μαζί με άλλα αδρανή υλικά, όπως άμμος, χώμα, μαρμαρόσκονη κ.ά. Τα χρώματα, ωχρές, γαιώδη, φωτεινά γαλάζια, γκρίζα ακτινοβολούν μέσα από την ύλη των έργων προσδίδοντας τους έναν αίθριο χαρακτήρα, που φαιδρύνει την αυστηρότητα τους. Οι λεπτομέρειες, κοσμήματα και στολίδια, ενσωματώνονται στο υλικό με διάφορους τρόπους (σφραγίσματα, ενθέσεις, χαράξεις κ.λπ.). Ο ιερατικός χαρακτήρας των μορφών επιβάλλει τα τελετουργικά ενδύματα με τον πλούσιο εμβληματικό διάκοσμο. Η συμπαράθεση αυτών των έργων σε συντάγματα εντείνει τον τελετουργικό τους χαρακτήρα και μεταβάλλει το χώρο που ενοικούν σε ναό. Ανάλογα με τον τρόπο που διατάσσονται στο χώρο οι μορφές σχηματίζουν άλλοτε επικλητικές λιτανείες, άλλοτε χορούς αρχαίας τραγωδίας. Με ιδιαίτερο χαρακτήρα φορτίζονται, όταν το κτίριο που τις υποδέχεται έχει μνημειακό ή τελετουργικό χαρακτήρα, όπως το Γενί Τζαμί στη Θεσσαλονίκη, στην έκθεση του 1995.

Οι καταστροφές που προκάλεσαν στο Πολυτεχνείο πριν από περίπου δέκα χρόνια οι «εορτασμοί» της ηρωικής εξέγερσης των φοιτητών συγκλόνισαν τον γλύπτη. Από τα αποκαΐδια των πυρπολήσεων θα αναστήσει μία νέα τοτεμική ανθρωπότητα με υλικά καθαγιασμένα από τη φωτιά. Μ' ένα συγκλονιστικό κείμενο συνόδεψε τότε την πρώτη παρουσίαση αυτής της τραγικής μαρτυρίας στο κλιμακοστάσιο του κεντρικού κτιρίου της αρχιτεκτονικής του Πολυτεχνείου. Οι πασσαλόμορφες φιγούρες μοιάζουν αυτή την φορά να έρχονται από τα βάθη της Αφρικής κουβαλώντας μία ανεξιχνίαστη μαγική δύναμη, όπως τα αντίστοιχα έργα και οι μάσκες που πυροδότησαν στην αρχή του 20ου αιώνα την επανάσταση της μοντέρνας τέχνης. Άλλωστε, ο γλύπτης δεν κρύβει το θαυμασμό του στην πρωτόγονη τέχνη. Ο καμένος πάσσαλος, η σταυρική διάταξη οριζόντιων στοιχείων που σχηματίζουν κορμούς και χέρια, τα ορατά καρφιά, η προσθήκη εμβληματικών στοιχείων, όπως στέφανα ξερής δάφνης, μεταβάλλουν αυτά τα έργα σε μία συνταρακτική και μαζί καθαρτική μαρτυρία. Γηγενής προελληνική παράδοση και πρωτόγονη τέχνη διαλέγονται και στα τελευταία τοτεμικά γλυπτά του Θεόδωρου Παπαγιάννη. Όπως μου εξομολογήθηκε ο γλύπτης, ο πυρήνας του έργου λαξεύτηκε και πάλι πάνω στα καμένα ξύλα της κατεστραμμένης δεξιάς πτέρυγας του Πολυτεχνείου. Ο πυρήνας αυτός ντύθηκε από μεταλλικά δαντελένια πλέγματα που ολοκληρώνουν τον όγκο των μορφών αρθρώνοντας τα μέλη της. Συχνά το ξύλο σκάβεται στο στήθος όπου δημιουργείται μία τράπεζα προσφορών.

Ο γλύπτης αποθέτει σ' αυτή την κόγχη πρωτόλειους καρπούς, όπως θα έκανε ένας αρχαίος προσκυνητής στο ειδώλιο της θεότητας του.
Τον τελετουργικό χαρακτήρα που έχει προσλάβει τα τελευταία χρόνια η δημιουργία του Παπαγιάννη υπογραμμίζουν οι «εγκαταστάσεις» και τα περιβάλλοντα που δημιουργεί. Φόρο τιμής στον επιούσιο άρτο αποτέλεσε το περιβάλλον που οργάνωσε το 1998 ο γλύπτης στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών. Ένας βολόσυρος με τους κοπτήρες του από οψιανό, που χρησιμοποιούσαν άλλοτε οι Έλληνες αγρότες στο αλώνισμα, περιβάλλεται από αρκετά σακιά με αλεύρι και ψωμιά, όλα κεραμικά, όλα φιλοτεχνημένα με ψευδαισθησιακή αληθοφάνεια. Στο κέντρο της αίθουσας μία τεράστια χαλύβδινη γάστρα, τοποθετημένη πάνω σε κάρβουνα, μας θύμιζε πώς έψηναν άλλοτε το ψωμί στα ορεινά χωριά της Ηπείρου. Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης επιβεβαιώνει άλλη μία φορά την καταγωγή του και μας θυμίζει που πρέπει να αναζητήσουμε την αυθεντικότητα της μαρτυρίας του.

Η εξέλιξη του έργου του Θεόδωρου Παπαγιάννη ευνοήθηκε από το κλίμα του Μεταμοντερνισμού, που ενθάρρυνε την επιστροφή σε τοπικές παραδόσεις και απελευθέρωσε τον καλλιτέχνη από την αυστηρή συμμόρφωση με τα διεθνή ρεύματα. Η ηπειρωτική καταγωγή του καλλιτέχνη, βιώματα της παιδικής του ηλικίας στην ύπαιθρο, οι θησαυροί των απέραντων μελετών του, η τιμιότητα του χειρωνακτικού μόχθου, το ακέραιο ήθος του ανθρώπου εξηγούν τον πλούτο, την ποικιλία, τη γνησιότητα και κυρίως την αισιοδοξία του έργου του Παπαγιάννη. Ενός έργου πανάρχαιου και σύγχρονου, που αποπνέει βαθιά ανθρωπιά.

Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα
 Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης
 Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης

 


 

 

Τοτεμικές και χοϊκές παρουσίες

Η μαγεία του λαξέματος της πέτρας ή του μαρμάρου, με τις διαδικαστικές επεμβάσεις στο μορφοποιούμενο υλικό, που ασκεί ο Θόδωρος Παπαγιάννης, αποκτά σταδιακά τελετουργικές διαστάσεις σύγκρουσης ανάμεσα στο φως και τη μάζα. Σκαλίζοντας, δεν παλεύει μόνο να ορίσει και να καθυποτάξει τη φύση του υλικού του. Εικονοπλαστικά συναιρεί και διοχετεύει μνήμες και βιώματα, αισθήσεις οπτικά και απτικά συγκερασμένες, που υποκαθίστανται με σήματα και σύμβολα μιας διαδοχικής μορφικής περιπέτειας, της οποίας οι λεπτομέρειες υποτάσσονται στην έννοια ενός κυρίαρχου ρυθμού.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της δουλειάς του, είναι η αγάπη του για το σχέδιο και η πολύχρονη ενασχόλησή του μ’ αυτό. Μέσα από την τρόπο που δυσδιάστατα σχεδιάζει τοπία και ανθρώπους, προβάλλει ογκομετρικές αξίες της πλαστικής του αίσθησης για τα μεγέθη, τις αποστάσεις, τις στατικοποιημένες κινήσεις, που ορίζονται ως τρόποι συνεύρεσης δυναμικών ρυθμών, οι οποίοι υποβάλλουν την οντότητα και την ακεραιότητα της οργανικής φόρμας.

Η οργανικότητα αυτή της φόρμας αποδίδεται με διαμεσολαβούμενα επίπεδα αντιτιθέμενων όγκων στα γλυπτά του. Οι ανήσυχα διαφοροποιημένες επιφάνειες δημιουργούν τόνους και ποικίλες χρωματικές αξίες, των οποίων οι εντάσεις υποβάλλουν στο θεατή πλαστικές σχέσεις, τόσο αισθητικές, γνωστικές, όσο και λειτουργικές – που τροποποιούν την εντύπωση που προκαλεί η συμπεριφορά του υλικού, με το οποίο κάθε φορά η γλύπτης διαλέγεται.

«Σχεδιάζοντας πολλές φορές», γράφει κάπου ο ίδιος, «έκανα ατέλειωτα ταξίδια στα όνειρά μου, επανέφερα μνήμες από το παρελθόν που είχαν χαραχθεί μέσα μου. Το παιχνίδι της γραμμής έπαιρνε μια γοητευτική περιπέτεια».

Εμφανής είναι η επίδραση που έχει ασκήσει, στα πρώτα κυρίως γλυπτά του, η λαϊκή τέχνη. Αδρότητα στις χαράξεις των γραμμών, σταθερότητα, αρμονική αντιστικτική σύζευξη παραπληρωματικών αλλά καίρια εκφραστικών λεπτομερειών, γραφιστικά ανεκδοτολογικά στοιχεία, υποτάσσονται όλα σε μια δομική άρθρωση, με ένα επιδέξιο και εμφανώς αποκαλυπτικό λάξεμα του υλικού.

Στα πρώτα τοτεμικά «Κεφάλια» του, διακρίνει κανείς τραγικά και σαρκαστικά προσωπεία, αποτροπαϊκά σύμβολα ενός πανάρχαιου δρωμένου. Κάτω από τα εξπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά τους μεταφέρουν, τα δαιμονικά αυτά κρανία, τη λαϊκή σοφία των λιθοξόων της Ηπείρου, την έκσταση του κορυφαίου χορωδού, τους «πόρους διαφυγής» κάποιου βιόσοφου ήρωα του θεάτρου σκιών. Σκιαμαχούν με το φως και με το εγγενές ή επίθετο χρώμα οι μάζες, προεκτείνοντας την εσωτερική αρχιτεκτονική λειτουργία της στατικής τους οργάνωσης. Μέσα από τον συνδυασμό τετραγωνισμένων και καμπυλόγραμμων θεματικών επιλογών, επιβάλλονται με συνιζήσεις οι όγκοι, υπηρετώντας τη μορφική λιτότητα, την σχηματοποιημένη τεκτονική οργάνωση και τις συνοπτικές αποδόσεις.

Εξέλιξη εκείνης της ιδέας είναι οι επιχρωματισμένες κατοπινές «μάσκες» του Θόδωρου Παπαγιάννη, εξπρεσιονιστικά και σουρεαλιστικά ανιμικές, μαγικά ρεαλιστικές, με ελεγχόμενη την κατανομή των οπτικών διαλεκτικών επιφανειών να συγκροτεί τον αρμό τους.

Κυρίαρχο θέμα, σε ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς του γλύπτη είναι η ανθρώπινη μορφή, ιδιαίτερα η γυναικεία. Την αισθάνεται μητριαρχικά παντοδύναμη να κυοφορεί τη ζωή και για τούτο το λόγο την ταυτίζει με την ίδια την ύλη και τη μορφική κυοφορία της. Σαν τη μακρινή «πότνια θηρών» ελέγχει και ρυθμίζει δυναμικά τους νόμους της δημιουργίας στην πλάση, και στο όνομα των μορφικά μεταποιημένων αποδόσεων, των θηλυκών στοιχείων της (μεταβάσεις ρευστών επιφανειών και καμπυλοτήτων) ο Θ. Παπαγιάννης εντατικοποιεί αναγωγικά τις μάζες, οι οποίες στην κατακόρυφη ή οριζόντια ανάπτυξή τους εκφέρουν το διάλογο με τα κενά και τα γεμάτα μέρη τους, άλλοτε κοιλαίνοντας, πότε κυρτώνοντας πτυχωτά τις επιφάνειές τους.

«Βλέπω», λέει ο ίδιος, «το γυναικείο σώμα να μεταμορφώνεται σ’ ένα περιπετειώδες σύνολο από λόφους και πεδιάδες και το ρούχο του να παίρνει τον κυματισμό που κάνει η άμμος στον πυθμένα της θάλασσας».

Αν θεωρούσε κανείς σκόπιμες κάποιες συγκλίσεις με έργα και κατακτήσεις καλλιτεχνών των προηγούμενων δεκαετιών, αυτές θα ήταν πιθανόν συναφείς με τα διδάγματα του Ανρί Λωράνς (με τις κυβιστικές τομές των καθοριστικών πλαστικών επιφανειών που συντονίζονται και συνέχονται με τις προσγεγραμμένες επεισοδιακές λεπτομέρειες ενός ανιμιστικού σχολιασμού), του Μπρανκούζι (με την ανάπτυξη της φόρμας που ακολουθεί τη διαδικασία της επενέργειας φυσικών δυνάμεων πάνω στην ύλη), του Μαρίνο Μαρίνι (με την αλληλουχία των επιπέδων βάσει των αρχών της βλαστικής ανάπτυξης στον κατακόρυφο άξονα), του Μουρ (με την λειτουργικότητα των αρχέγονων σχημάτων), της Χέπγουερθ (με σημείο αναφοράς την ανθρώπινη μορφή, η οποία αναγωγικά συναιρεί τις περιπέτειες της φόρμας), του Ζαντκίν (με τις διαπλοκές των περιτμήσεων και των επιμεριζομένων επιπέδων, που αυτονομούνται ογκομετρικά και ρυθμικά).

Ο Θ. Παπαγιάννης πιθανόν, αφομοίωσε επιλεκτικά ορισμένους από αυτούς τους τρόπους ανάδειξης της φόρμας και τους μεταποίησε σε προσωπικό ιδίωμα.

Η σημαντικότερη όμως πηγή της έμπνευσής του ήταν η αρχαία ελληνική γλυπτική, ιδιαίτερα της αρχαϊκής και της δαιδαλικής περιόδου, εκεί όπου η παρατακτική προβολή των όγκων υποχωρεί και υποτάσσεται στην καθ’ ύψος ανάπτυξη, προβάλλοντας με ραδινότητα και αυστηρή συμμετρία την περίοπτη μορφή σ’ ένα αδιαίρετο σύνολο.

Στα γλυπτά του, της μεσαίας και ύστερης περιόδου, ξαναβρίσκουμε πάλι το γυναικείο σώμα σε ερωτική ένωση ή διαπάλη.

Η διαρθρωτικά αρχιτεκτονημένη οργάνωση της σύνθεσης, με τα επιμέρους γεωμετρημένα θεματικά σύνολα σε αλληλοπεριχώρηση καμπυλόγραμμων και τριγωνικών μοτίβων υπογραμμίζει εμφανώς τις παραμορφώσεις της φόρμας από τις εσωτερικές εντάσεις της της διαμεταχείρησης του όγκου, στοιχεία άλλωστε που βρίσκονται σε διαδοχική ρυθμική σύμπτυξη και ανάπτυξη. Τα υφολογικά χαρακτηριστικά κάθε γλυπτού, πέρα από τον τρόπο λάξευσης, αποδίδονται και από τον τρόπο συγκρότησης των μαζών που αντιστοιχούν στα διαλεκτικά εσωτερικά σχήματα των ποικίλων αλλαγών που μεσολαβούν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης, στα κέντρα βάρους και ισορροπίας της σύνθεσης.

Η ισορροπία αυτών των συνθέσεων (συνήθως των ερωτικών, αλλά και στο δυναμικό πέταγμα των ζευγαρωμένων «πουλιών») στηρίζεται, στο εσωτερικευμένο αίσθημα και την εξωτερικευμένη εμπειρία της οπτικής αντίληψης, που ακολουθεί αυστηρά τους νόμους της συμπεριφοράς (στατικής και πλαστικής) του υλικού. Πολλές οπτικές γωνιές – κυβιστικό χαρακτηριστικό – συνδυάζονται δυναμικά στην ανάδειξη ενός τρισδιάστατου όγκου, στον οποίο εγγράφονται επιπρόσθετα κάθετες, οριζόντιες ή διαγώνιες σκαλωσιές, προκειμένου να αιχμαλωτίσουν με επίπεδα αναβαθμών τα διάφορα περάσματα του φωτός στη διάρκεια της ημέρας. Αυτές οι γραμμώσεις ή ραβδώσεις καλύτερα, δηλώνουν τους τρόπους που επενεργεί η σκιά, εξισορροπώντας τη σημαίνουσα διευθέτηση κανονικών και ακανόνιστων στοιχείων, ενώ έλκουν ταυτόχρονα την καταγωγή τους από τις ραβδώσεις των κιόνων, τις γραμμωτές πτυχές των ιματίων της αρχαϊκής κόρης, μέχρι τη λαϊκή υφαντική με το στημόνι και το υφάδι.

Χοϊκές και τοτεμικά υποβλητικές οι παρουσίες των οριζόντια ανεπτυγμένων ζευγαριών, σε ερωτική επιτύμβια στάση, σαν ξαπλωμένα μνημειακά σύμπλοκα, γίνονται, με τα αλληλοτεμνόμενα επίπεδά τους, γέφυρες που ενώνουν τη μάζα με το φως και το χώρο σε μια αναπνοή. Ένα χωροπλαστικό αραβούργημα που υποβάλλει την έννοια της διαχρονικότητας θεματικά (ως τελετουργική δραστηριότητα) και υφολογικά.

Η οργανική φόρμα έχει απορρίψει κάθε περιττό στοιχείο. Αποκαθαίρει το σχήμα της με σκληρά ή ρευστά αρμονικά περιγράμματα, τα οποία στη συνέχεια προβάλλονται από τα κενά μέρη στα εσωτερικότερα στοιχεία της μορφής. Έτσι αποδίδεται έμφαση σε ουσιαστικά πολυτυπικά μορφώματα, που ενισχύουν τη ρυθμική αντιστικτική λειτουργία της σύνθεσης. Με τον τρόπο αυτό οι επιφάνειες, σαν δονούμενες πο ζωή μεταβάσεις, μεταφράζουν, το ειδικό στοιχείο σε καθολικότερο χαρακτηριστικό.

Με αρχαϊκή αυστηρότητα και ρωμαλέα οργάνωση, στήνονται κατακόρυφα στο χώρο, σαν ανιμιστικά λατρευτικά αναθήματα, και τα ξύλινα τοτεμικά «Οράματα» (1981 – 1982) του Θ. Παπαγιάννη.

Περίοπτα ξόανα, με μετωπική συνοπτική διατύπωση, στατική οργάνωση, παρατακτική πρόσδεση και ενεργητική συνομιλία των όγκων, με εναλλασσόμενη την αδρή και τη λεία λάξευση, υπαλλάσσουν την αίσθηση του ξύλου μ’ εκείνη του πυλού, μιας και τα λαϊκότροπα γενικευτικά μοτίβα τους, τα επιζωγραφισμένα με άσπρο, ροζ, μενεξεδί και μαύρο χρώμα, θυμίζουν πήλινα ειδώλια της κυκλαδικής, κρητομυκηναϊκής, αλλά και της προκολομβιανής τέχνης. Υποβλητικά μεταφέρουν τη μνημιακή σωματικότητα του όγκου τους, η οποία συγκαλύπτει μια αντίστοιχη και ουσιαστική διαλεκτική συμμετοχή του χώρου. Εκείνη που κατέχει δυναμικά η μάζα κι εκείνη που απελευθερώνουν τα περιγράμματά της, ως ανάστροφα κάτοπτρα ή εκμαγεία γύρω απ’ αυτή, υποδηλώνοντας αμφισημίες και διασυνδέσεις αναγωγικά χωροχρονικές, οι οποίες ολοκληρώνονται με την κίνηση του φωτός στην περιπετειώδη διαδρομή του, πάνω, γύρω και μέσα από τη γλυπτική φόρμα. Τούτες τις αξίες τις εντοπίζει κανείς ήδη από τα σχέδια του γλύπτη.

Κάτω από αυτό το πρίσμα συλλαμβάνει τις μορφές και συλλαβίζει τις τονικές αξίες που του υπαγορεύουν ακολούθως τα ευαίσθητα και αλωμένα από το φως περιγράμματα της φιγούρας. Η σχεδίαση ακολουθεί σε διαφορετική κλίμακα τη μορφοπλαστική δόμηση. Είναι μια πορεία με εσωτερική συνέπεια, συνειδητοποίηση των κατακτημένων σταδίων, δυναμισμό και τόλμη, στοιχεία με τα οποία ο γλύπτης προσέρχεται στο τιθάσευμα της πέτρας, του μαρμάρου, τη σφυρηλάτηση του χαλκού, το πλάσιμο του γύψου.

«Τα φαντάσματά μου» λέει, «ό,τι αγάπησα, με πιέζουν, γυρεύουν λύσεις. Χρειάζομαι το χρόνο να τους δώσω μορφή… Η αγωνία, η αγάπη, η αλήθεια, η γνώση που βάζει κανείς στο έργο του, έχουν για μένα τη μεγαλύτερη αξία…»

Αθηνά Σχινά