Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943. Σπούδασε στη Νομική της Αθήνας (1962-1965) χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές. Δημοσίευσε σκίτσα σε εφημερίδες και περιοδικά μέχρι το 1967. Το καλοκαίρι του 1967 πήγε στο Παρίσι, όπου παρέμεινε ως ανυπότακτος-χωρίς διαβατήριο. Εγγράφηκε στην École nationale supérieure des Beaux-Arts και παρακολούθησε το εργαστήριο της λιθογραφίας. Το 1970 γράφτηκε στη σχολή des Recherches sur les Arts Plastiques et l’ Environnement. Από το 1975 δουλεύει στην Αθήνα: εκθέσεις ζωγραφικής, εικονογράφηση βιβλίων, αφίσες, εξώφυλλα δίσκων και βιβλίων, συνεργασία με τον Διονύση Σαββόπουλο σε μουσικά προγράμματα, παιδικές εκπομπές στην ελληνική τηλεόραση, σκηνικά σε τρεις ελληνικές ταινίες μεγάλου μήκους. Συνεργάστηκε με τα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Ιωαννίνων ως προς την εικονογράφηση αναγνωστικών Γαλλικής γλώσσας για το γυμνάσιο και αναγνωστικού Α΄ Δημοτικού αντίστοιχα. Τελευταία του δουλειά είναι βιβλία με παραμύθια βασισμένα σε ποιήματα ποιητών της γενιάς του ’30 (Σεφέρη, Εγγονόπουλου, Ρίτσου, ετοιμάζεται του Σαραντάρη). Το βιβλίο «Βεγγαλικά. Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου» κέρδισε το 2014 το Κρατικό Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ομολογία αισθήματος

Ένα παραμύθι γράφει και ξαναγράφει ο Κυριτσόπουλος, παραμύθι που αντί να μας ταξιδεύει σε χώρες μαγικές μυθοποιεί τον κόσμο μας, ανασύροντας από τα αυτονόητά του το απροσδόκητο με εικόνες και χρώματα.

Τα μέσα του είναι τιποτένια: χαρτονάκια, χαρτάκια, λαδόκολλες, αφιλόδοξα σχέδια χαραγμένα τρεμουλιαστά, με τη σιγουριά μιας λογικής, η οποία ανασκευάζει τ’ όνομά της, νεροχρώματα. Δεν πρόκειται για δεξιοτέχνη των μορφών και των συνθέσεων αλλά για ζωγράφο μιας εποχής, που αναγορεύοντας το πρακτικό σε ωραίο, φυλακίζει τον άνθρωπο στα ίδια τα έργα του αντί να του δώσει φτερά, όπως ελπίζει, τον συνθλίβει. Μ’ αυτά τα υπόλοιπα του ανθρώπου παλεύει ο φίλος μας και είναι επόμενο να μη διαθέτει ο μύθος του την τσιμεντένια στερεότητα της μεγάλης ιστορίας ούτε να την χρειάζεται, αφού ακουμπά στην ποιητική ατέλεια ενός διανοητικά απερίληπτου μέσα κόσμου.

Εξού η αδυναμία του για το ελάχιστο, αδυναμία που καταργεί οπτικά την απόσταση και το μέγεθος, όπως ακριβώς καταργεί την απόσταση και το μέγεθος στο νεοελληνικό λόγο η χρήση του υποκορισμού. Λέγοντας το ψωμί ψωμάκι,  το κρασί κρασάκι ή το σπίτι σπιτάκι, δε φέρνουμε τα πράγματα κτητικά στα μέτρα μας, τα βγάζουμε από την αυτάρκειά τους και τους δίνουμε θέση μέσα μας. Το ελάχιστο στην υπερβολή του γίνεται στοιχείο συμφιλιώσεως, αποκαταστάσεως των πάντων σε μια συμπάθεια καθολική. Δεν έχει σημασία το γραμμένο καραβάκι είναι ιστιοφόρο ή μηχανοκίνητο, σημασία έχει το σμικρυμένο εις το ελάχιστο καταπλέει στη δική μας ψυχή. Στην εσωτερική αυτή επαφή, που αναχαιτίζει κάθε απομυθοποίηση, η ύπαρξή μας ενωμένη με το παν προεκτείνεται στο άπειρο.

Αν με το ελάχιστο ανοίγεται στα πράγματα, τα πράγματα του αφήνονται στο χρώμα. Το χρώμα εδώ δεν ερεθίζει ούτε λιγώνει, είναι ομολογία αισθήματος, που βεβαιώνει το ακατάλυτο ήθος του κόσμου. Πάνω από σωρός πέτρες και όγκος νερού, το βουνό και η θάλασσα είανι χρώμα και σαν χρώμα προβαίνει αναβλυστά από το τίποτα. Στο θαύμα τούτο που μεταμορφώνει ακόμη και τα γράμματα σε απαλά τοπία, όλα γυρίζουν σε αίσθημα.

Ζωγράφος λοιπόν του αισθήματος. Δε ζωγραφίζει με αίσθημα, ζωγραφίζει το αίσθημα. Πληθώρα αισθήματος που ξεχειλίζει διεκδικώντας ζωτικό χώρο προς κάθε κατεύθυνση – ιδού το νόημα των εικόνων του. Αδιάβροχος από κάθε είδους νατουραλισμό, μετατρέπει σε σύμβολα πρόσωπα και πράγματα, διακονώντας με τον τρόπο του την πνευματική παράδοση που αρνήθηκε αυτάρεσκα η ευρωπαϊκή τέχνη στην αναπαραστατική της εκδοχή και την αφηρημένη. Ενώ οι σύγχρονοι ζωγράφοι καταφεύγουν στην ψυχρή απομίμηση και την προμελετημένη αμορφία, για να ξαναβρούν εγκεφαλικά κάποιο υποκατάστατο αισθήματος, αυτός ζητεί το ίδιο το αίσθημα, ελευθερώνοντας το αντικείμενο από τα αιχμηρά δεσμά της λειτουργικότητας, με την μεταρσιωτική ενέργεια ενός σχεδίου, που ανατρέπει την ισχύουσα λογική και αποτελεί καθεαυτό άκακο ανέκδοτο. Μια εκκλησία με φτερά, ένα μάτι έξω από το πρόσωπο, το βαθύ μπλε της θάλασσας κι επάνω καρυδότσουφλο η γη, κυκλωμένο από την εικόνα που έπρεπε να πλαισιώνει, μια σκάλα που στηρίζεται στα πόδια του αναβάτη, ουρανός κάτω από τη θάλασσα, απορίες ανθρώπων.

Λέω «απορίες ανθρώπων» γιατί εδώ ο άνθρωπος είναι αίνιγμα. Και επειδή μένει αίνιγμα, αποτελεί πηγή διαρκούς αβεβαιότητας. Όλα ηρεμούν στο σχήμα και το χρώμα, όλα εκτός από τον άνθρωπο, που αν δεν τον χωρεί το σώμα του γίνεται σκιά, και το ζωγράφο, ο οποίος εναποθέτει τις ελπίδες του σε σύννεφα με σχήμα δελφινιών, σε ήλιους συνοδίτες καραβιών ή σε χορευτικά τοπία – σε μια νοσταλγία χωρίς όνειρο. Η νοσταλγία είναι το κυρίαρχο αίσθημα! Μελαγχολία, τρυφεράδα, ευδία σ’ αυτήν αναφέρονται, αυτή ντύνει με ύφος παιδικό τη δίψα του μεγάλου για την κάθαρση.

Αφ’ης στιγμής όμως η πηγή ανησυχίας είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, η κάθαρση βρίσκεται πέρα του νόστου, σε μια υψηλότερη σφαίρα αισθήματος. Το αίσθημα εξ ενστίκτου υπάρχει ατίθασο και άνισο. Και δεν μπορεί να παραμείνει ατίθασο και άνισο χωρίς να σκιάζει την ατομική και την εθνική μοίρα. Το πρόβλημα δεν είναι του Κυριτσόπουλου. Ξοδεύουμε ως λαός το εκρηκτικό μας αίσθημα σε μάταιες σπονδές και εις αντίδρασιν μετά το αποκηρύσσουμε. Ο σημερινός μας ξεπεσμός μαρτυρεί ότι δε χρειάζεται να πειθαρχεί το αίσθημα στη λογική αλλά να εξυψώνεται με μέσο δικό του. Αυτό το μέσον είναι ο λόγος της πίστης. Οι ζωγράφοι της Δύσης δεν το κατάλαβαν και εικονίζουν με την τέχνη τους τον κόσμο, οι της καθ’ημάς Ανατολής τον αλλάζουν με την πίστη τους.

Μια πόρτα που ανοίγει σε ροζ, ένα βαθύ μπλε, που τυλίγει τη νύχτα αόριστο σπίτι, ένα λευκό φως ανάμεσα στο κυπαρίσσι και το κατακόκκινο παράθυρο: ίχνος του απόντος ανθρώπου και στίγμα ενός ζωγράφου, που βρίσκεται στο μεταίχμιο πηγαίου αισθήματος και πίστης.

Στέλιος Ράμφος
Φεβρουάριος 1983
*Αναδημοσίευση απ’ το περιοδικό Ζυγός, τ. 57, 1983