Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1998-2004) με καθηγητή τον Δημήτρη Μυταρά. Έχει λάβει μέρος σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις.

Ατομικές Εκθέσεις

  • 2013 Αίθουσα Τέχνης Καπλανών 5, Αθήνα
  • 2009 Αίθουσα Τέχνης Γαβράς, Αθήνα
  • 2006 Αίθουσα Τέχνης Γαβράς, Αθήνα
  • 2004 Γκαλερί Χρυσόθεμις, Αθήνα

Νίκος Κυριακόπουλος: Η Τέχνη προϋποθέτει ατσάλινη θέληση, δυνατό μυαλό, οξυμένες αισθήσεις και αγάπη

Πείτε μας λίγα πράγματα για την ατομική σας έκθεση.

Είναι η τέταρτη ατομική έκθεση των έργων μου.

Παρουσιάζονται 46 έργα, λάδια, τέμπερες και ακουαρέλες, τα οποία δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών καλοκαιριών. Ζωγραφίστηκαν όλα εκ του φυσικού, τα περισσότερα στη Μεσσηνία και είναι η πρώτη φορά που εκθέτω αποκλειστικά και μόνο τοπία. Είναι έργα μικρών και μεσαίων διαστάσεων, καθώς υπήρχαν πρακτικοί λόγοι που έπρεπε να αντιμετωπιστούν, εφόσον δούλεψα εξ ολοκλήρου στην ύπαιθρο αλλά και γιατί προτίμησα να ζωγραφίσω σχετικά γρήγορα, όσο οι ιδέες μου ήταν νωπές.

«Πάγια επιδίωξη των προσπαθειών μου είναι η αναπαράσταση του φυσικού κόσμου με αμιγώς ζωγραφικό τρόπο», αναφέρετε στο δελτίο τύπου. Υπάρχουν συγκεκριμένα θέματα που σας ενδιαφέρει να αναπαραστήσετε ζωγραφικά;

Ο άνθρωπος είναι, νομίζω, το μεγάλο θέμα.

Περισσότερο από όλα με ενδιαφέρει το γυναικείο γυμνό, με ερωτική πάντα ματιά. Η ταραχή, η λαγνεία και η ένταση που μπορεί να έχει το βλέμμα μιας γυναίκας, η αφή του σώματός της, η μυρωδιά της, η ερωτικά φορτισμένη ατμόσφαιρα γύρω της, όλα αυτά θέλω να τα χωρέσω στα έργα μου.

Σαν κυνηγός θέλω να κάνω και τα πορτραίτα. Αντρικά ή γυναικεία, επιχειρώ να φυλακίσω κάτι από την ύπαρξη του μοντέλου στο μουσαμά, να παραβώ την ιδιωτικότητά του, να του πάρω κάτι πολύτιμο, να δω και να αποτυπώσω αυτό που καταλαβαίνω ως ουσία του.

Τέλος με ενδιαφέρει πολύ και το τοπίο, προτιμώ δε τα θαλασσινά. Με ενθουσιάζει η ιδέα να βάλω την απέραντη θάλασσα μέσα σε ένα τελάρο.

Σας έχει επηρεάσει στη δουλειά σας η κατάσταση που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα;

Αν εννοείτε τη ζωγραφική εργασία, μάλλον όχι, τουλάχιστον όχι συνειδητά.

Αν αναφέρεστε στην επαγγελματική δραστηριότητα, κυνικά σας λέω πως πρόκειται μάλλον περί πολυέξοδου πάθους, κάτι σαν το τζόγο ή τον αλκοολισμό, παρά περί επικερδούς εργασίας.

Ταξιδεύετε συχνά;

Όχι πολύ, σίγουρα όχι όσο θα ήθελα. Αν πρόκειται να φύγω για λίγο, συνήθως το αποφεύγω, νιώθω πως θα αποσυντονιστώ. Όταν όμως μπορώ, επιλέγω να φύγω για καιρό, ιδανικά για μήνες. Με ενθουσιάζει η ιδέα να ζήσω και να ζωγραφίσω κάπου αλλού, να ζυμωθώ με το καινούριο μέρος, ποτέ όμως βιαστικά και σαν τουρίστας.

Αυτό αποτελεί την πηγή της έμπνευσής σας;

Την πηγή, όχι. Νέες ιδέες μπορεί να προκύψουν οπουδήποτε, ένα νέο θέμα πολλές φορές μπορεί να με κινητοποιήσει διαφορετικά αλλά και αυτό δεν αποτελεί κανόνα. Επίσης, διαφορετικά δεν σημαίνει απαραιτήτως καλύτερα. Όσο για την έμπνευση, δεν ξέρω τι είναι ακριβώς. Ίσως μία πιο ευτυχής συγκυρία, μετά από ώρες, μέρες, χρόνια δουλειάς; Δεν ξέρω.

Ποιός είναι ο ρόλος της τέχνης σε καιρούς ακραίων πολιτικών καταστάσεων όπως αυτές που ζούμε σήμερα;

Μιλώντας για τη ζωγραφική, είναι μία τέχνη μέσω της οποίας δύναται κανείς, αν το επιθυμεί, να πάρει θέση, μεταξύ άλλων, και για την εκάστοτε πολιτική κατάσταση. Σπουδαίοι ζωγράφοι στο παρελθόν έκαναν έργο με σαφή πολιτικό περιεχόμενο. Ο Goya, ο Daumier, ο Courbet, ο Picasso είναι μερικοί μόνο από τους ζωγράφους που, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, άρθρωσαν ζωγραφικό λόγο για τα μεγάλα πολιτικά ζητήματα της εποχής τους.

Από την άλλη, ο Renoir και ο Modigliani, για να αναφέρω δύο ζωγράφους που αγαπώ πολύ, κατά τη διάρκεια του Ά παγκοσμίου πολέμου, ο πρώτος γέροντας πια και με δύο γιούς στο μέτωπο, ο δεύτερος νέος αλλά ανίκανος να υπηρετήσει, ζωγράφισαν μερικά από τα ωραιότερα γυμνά και πορτρέτα της ιστορίας της τέχνης, που δε φανερώνουν τη θηριωδία της εποχής τους.

Θέλω να πω, πως η ζωγραφική δεν πρέπει να κρίνεται από το θέμα της έστω και αν αυτό αφορά ιστορικές στιγμές. Η ζωγραφική πρωτίστως είναι καλή ή κακή και όχι αφυπνισμένη ή αδρανής. Κρίνοντας την με κύριο γνώμονα το θέμα της και όχι με όρους ζωγραφικούς, ανοίγουμε την πόρτα στην αισθηματολογία.

Μήπως κάποιες φορές πρέπει να είναι στρατευμένη ώστε να αφυπνίζει;

Η τέχνη εκτός από στρατευμένη, υπήρξε και επιστρατευμένη. Αυτό αποδεικνύει και την αφυπνιστική ισχύ της αλλά και το γεγονός πως το μαχαίρι έχει πολλές χρήσεις. Μπορεί κανείς να κόψει ψωμί, μπορεί και να σκοτώσει. Ακόμα, δεν ξέρω από πού πηγάζει η βεβαιότητα για τις ορθές αντιλήψεις συνολικά των καλλιτεχνών. Ιστορικά, οι άνθρωποι έσφαλλαν συχνά και για το ποιος είναι καλλιτέχνης και για το τι εστί ορθή αντίληψη. Μένει, νομίζω, ο κάθε ένας από εμάς να κάνει τη δουλειά του όσο μπορεί καλύτερα. Μόνος ή ομαδικά, στρατευμένα ή όχι, η Τέχνη ούτως ή άλλως προϋποθέτει ατσάλινη θέληση, δυνατό μυαλό, οξυμένες αισθήσεις και αγάπη. Έτσι ίσως πλησιάσουμε το Όνειρο.

* Συνέντευξη στην Πέπη Καλλιλά, art22, 17.10.2013

 


Δε με ενδιαφέρει η τέχνη για την τέχνη

 

Τι σε εμπνέει στη ζωγραφική σου;

Με εμπνέει η ζωή, η ποίηση που υπάρχει στην καθημερινότητα. Ο ήλιος που φωτίζει τα βράχια δίπλα στη θάλασσα και τα τσιμέντα της πόλης, το αέναο της κίνησης της θάλασσας. Οι άνθρωποι, η ρουτίνα και τα πάθη τους. Οι ξέγνοιαστες  στιγμές τους, οι απροσποίητες, αλλά και οι έγνοιες που τους σημαδεύουν.

Ποιο είναι το ζητούμενο στη ζωγραφική, κατά την άποψή σου;

Μου είναι δυσκολότερο να σου πω πράγματα για τη δική μου ζωγραφική και ευκολότερο για  το πλαίσιο στο οποίο κινείται. Η ετυμολογία της λέξης  «ζωγραφική»  είναι «ο γράφων τη ζωή». Σε πρώτη φάση υπερασπίζομαι την εικόνα, δηλαδή με ενδιαφέρει πάντα το έργο κάτι να δείχνει. Γνωρίζω ότι η ζωγραφική είναι σύνθεση σχημάτων, χρωμάτων, τόνων. Από μόνα τους, δε μου λένε τίποτα. Υπάρχουν στη φύση και είναι εξαιρετικά. Πού μπαίνει ο άνθρωπος είναι το ζητούμενο και πώς τα οργανώνει με τη λογική, το συναίσθημα και το ένστικτο. Δε με ενδιαφέρει η τέχνη για την τέχνη. Θέλω τα έργα μου να δημιουργούν συναισθήματα στους ανθρώπους, είτε είναι ειδικοί είτε όχι.

Αυτό κρύβει παγίδες;

Η μεγάλη τέχνη τις απέφυγε πάντα. Η αρτιότητα των μεγάλων καλλιτεχνών της αρχαίας Ελλάδας για παράδειγμα, επιτρέπει σε όλους να δουν κάτι, χωρίς όμως ποτέ να γίνεται περιγραφική. Άλλος βλέπει τη δύναμη, το κάλλος ενός θεού και άλλος βλέπει σχέσεις, αναλογία, μαστοριά. Πράγμα που δε συμβαίνει πάντα στη μοντέρνα τέχνη, π.χ. στον Καντίνσκι. Γι’αυτό και ο Φειδίας είναι καλύτερος από τον Καντίνσκι.

Γιατί;

Επειδή, μιλώντας με καθαρούς όρους της τέχνης, ο Φειδίας ταιριάζει τα πράγματα καλύτερα. Είναι πιο σχεδιασμένος, πιο συνθεμένος, οι τόνοι του είναι πιο σωστοί. Οι επιφάνειες που επιλέγει να κόψει είναι πιο εύστοχα κομμένες απ’ό,τι στον Καντίνσκι. Κι επιπλέον, επειδή φτάνει το πράγμα στο απόλυτο, ο Φειδίας μέσα από την τέχνη του μιλάει σε όλους.

Οι όροι της τέχνης, όμως, δεν αλλάζουν ανάλογα με την εποχή;

Αλλάζουν. Ανάλογα με την εποχή. Αλλά πάντα υπάρχει κάτι που είναι το ίδιο. Ο πολιτισμός  των Αζτέκων δίπλα στα έργα των ιμπρεσιονιστών και αυτά τα δύο δίπλα στις τοιχογραφίες του Μυστρά μοιάζουν να έχουν γίνει με εντελώς άλλους κανόνες, διαφέρουν ο χρόνος, ο τόπος, ο άνθρωπος και οι συνθήκες εν γένει. Υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής, όμως, που λέγεται «τέχνη». Δεν έχω να σου πω κάτι παραπάνω γι’αυτό. Ο Πικάσο έλεγε: «Αν ήξερα τι είναι τέχνη, θα φρόντιζα να σας το πω!»(γέλια). Την τέχνη δεν την περιγράφεις με λόγια, αλλά δεν είναι και κάτι το αφηρημένο. Όπως οι μεγαλύτερες αλήθειες στη ζωή έτσι και στην τέχνη δε λέγονται με λόγια.

Το να διαβάζει κάποιος την ιστορία πίσω από έναν ζωγράφο ή από έναν πίνακα τον βοηθά να καταλάβει καλύτερα το έργο;

Όχι, δε βοηθά να καταλάβει κανείς το έργο. Εκεί που βοηθά το θεωρητικό κομμάτι είναι στο να αντλήσει το κοινό πληροφορίες και οι μελετητές να τοποθετήσουν τον ζωγράφο και το έργο του στις συνθήκες της κάθε εποχής. Οι λεπτομέρειες, για τη ζωή ή το περιβάλλον ενός καλλιτέχνη, κατά τη γνώμη μου, δε μας βοηθάνε να προσεγγίσουμε το έργο του.

Οι κριτικοί τέχνης εκφράζουν την άποψή τους, ωστόσο πολλές φορές καθοδηγούν. Και η ερώτησή μου είναι: Οι άνθρωποι αυτοί προωθούν την τέχνη;

Στα πλαίσια της εμπορικής εκμετάλλευσης, που είναι ένα πράγμα που δε σχετίζεται με τη ζωγραφική ποιότητα πάντα, οι κριτικοί παίζουν ένα ρόλο. Υπήρξαν άνθρωποι που ασκούσαν κριτική δίχως κατ’ανάγκη να φέρουν τον τίτλο και ήταν σε διαφορετικό βαθμό καλλιεργημένοι, αλλά είχαν αυτό το «κάτι» που τους επέτρεπε να αντιλαμβάνονται πολλά. Τέτοιοι ήταν ο Ράσκιν, ο Μποντλέρ, ο Ντέιβιντ Σιλβέστερ και ο Τεριάντ, ο οποίος με το περιοδικό «Μινώταυρος» επηρέασε όλο τον κόσμο. Πιστεύω ότι, στις μέρες μας, οι περισσότεροι κριτικοί ακολουθούν τον κανόνα και κάνουν κριτική εκ του ασφαλούς. Γράφουν δηλαδή όταν έχουν κάτι καλό να πουν. Μιλώντας συνολικά για τους κριτικούς τέχνης, δε μπορώ να πω ότι είναι καλοί ή κακοί. Λέω ότι είναι καλοί όταν η γνώμη τους είναι αμερόληπτη και ταυτόχρονα σωστή. Όταν είναι αδύναμοι και ακολουθούν το επίσημο ρεύμα, τότε δε με ενδιαφέρουν. Μιλώντας για κριτική, θέλω να αναφέρω τον Νίκο Χατζηνικολάου, ο οποίος βέβαια είναι ιστορικός τέχνης. Έχει γράψει ένα μικρό βιβλίο μέσα από το οποίο ασκεί δριμεία κριτική στην ταινία του Σμαραγδή «Ελ Γκρέκο». Τον αναφέρω σαν φωτεινό παράδειγμα ανθρώπου που λέει την άποψή του ελεύθερα, παίρνει θέση. Σήμερα έχει ουσιαστικά χαθεί η κριτική. Κανείς δεν έχει τα κότσια να ανοίξει διάλογο. Με ενδιαφέρουν εκείνοι που παίρνουν θέση απέναντι στα πράγματα.

* Συνέντευξη στην Π. Καλλιλά, Κόσμος του Επενδυτή, περιοδικό Culture, Νοέμβριος 2009