Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1975. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με καθηγήτρια τη Ρένα Παπασπύρου (1996-2001). Πραγματοποίησε τις σπουδές του ως υπότροφος τoυ Ι.Κ.Υ. και αποφοίτησε με άριστα. Το 1999 συμμετείχε στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα Erasmus με εξάμηνη παραμονή στην Ισπανία. Το 2003 στον διαγωνισμό σύγχρονης ευρωπαϊκής ζωγραφικής του Μουσείου Φρυσίρα του απονεμήθηκε έπαινος. Έχει πραγματοποιήσει έξι ατομικές εκθέσεις και έχει λάβει μέρος σε πολλές ομαδικές. Έργα του βρίσκονται σε συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό όπως επίσης και στη συλλογή του Μουσείου Φρυσίρα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ατομικές Εκθέσεις

  • 2011 50.000.000 π.X., Γκαλερί 7, Αθήνα
  • 2011 Ανιχνεύοντας το παράδοξο, Γκαλερί Αποκάλυψη, Λευκωσία, Κύπρος
  • 2008 See through, Γκαλερί 7, Αθήνα
  • 2007 Art forum, Θεσσαλονίκη
  • 2006 C.K. art gallery, Λευκωσία, Κύπρος
  • 2005 Have a Look, Γκαλερί 7, Αθήνα

Ομαδικές Εκθέσεις

  • 2012 Ellenico Plurale – Dipinti dalla Collezione Sotiris Felios, Complesso del Vittoriano, Ρώμη (επιμέλεια Giuliano Serafini)
  • 2012 Μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Έργα από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου, Κέντρο Τέχνης Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο, Βόλος (επιμέλεια Ειρήνη Οράτη)
  • 2011 Σώματα-Τόποι: Έκθεση από τη συλλογή Αντώνη και Άζιας Χατζηιωάννου, Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, Βερολίνο (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2011 Fake Paradise, Κ-art gallery, Αθήνα
  • 2010 Μίλα μην φοβάσαι, Εικαστικές Αναζητήσεις (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2010 Κόκκινο σπίτι, Χαλκίδα (επιμέλεια: Μary Alexiou Gallery)
  • 2010 Ο Ιωάννης Γεννάδιος και ο Κόσμος του, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2010 Μεταμορφώσεις, Γκαλερί art s.a., Τζιά
  • 2010 Ιχνηλατώντας την Κωνσταντινούπολη, Σισμανόγλειο Μέγαρο, Κωνσταντινούπολη και Τεχνόπολις Δήμου Αθηνών (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2010 Αποδομώντας τον καμβά – Επινοώντας την εικόνα: έργα από τη συλλογή Αντώνη και Άζιας Χατζηιωάννου, Κέντρο Πολιτισμού Τούμπας, Θεσσαλονίκη (στο πλαίσιο των Δημητρίων 2010) (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2010 Opening, Γκαλερί Πρίσμα (επιμέλεια: Μαρίνα Κανακάκη)
  • 2009 Bon Voyage, Κ-art gallery, Αθήνα
  • 2009 Μυστικός δείπνος, ERSIS Gallery, Αθήνα
  • 2009 Μελίνα Μερκούρη, Μary Alexiou Gallery, Ύδρα
  • 2009 Πέρα από το πραγματικό, Πινακοθήκη Χανίων, Κρήτη (επιμέλεια: Μπία Παπαδοπούλου)
  • 2009 Συνέβη στην Αθήνα, επιμέλεια Ίρις Κρητικού
  • 2008 Παντ’ ανοιχτά, παντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου - Σκιαγραφώντας τον Διονύσιο Σολωμό, Πινακοθήκη Μοσχανδρέου - Μικρή Άρκτος, Μεσσολόγγι, Βενέτια  (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2008 Σταυροί και μισοφέγγαρα, Κ-art gallery, Αθήνα
  • 2008 Εικαστικές περιπλανήσεις - κάτι συμβαίνει, Γκαλερί Μαίρη Αλεξίου
  • 2007 Unfair,  Γκαλερί 7, Αθήνα, Θεσσαλονίκη
  • 2007 Realia Mundi, Ίδρυμα Κυδωνιέως, Άνδρος (επιμέλεια: Αθηνά Σχινά)
  • 2007 Γενέθλιος τόπος, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2006 Art forum gallery, Θεσσαλονίκη
  • 2006 Greek Souvenir, Bacaro Gallery, Αθήνα
  • 2006 Ήταν κάποτε η Πηνελόπη Δέλτα, Κολλέγιο Αθηνών, Αθήνα (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2005 C.κ. art gallery, Λευκωσία, Κύπρος
  • 2005 Ενυδρείο St. Nicolas Bay, Κρήτη (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2005 Depo art project 21X21, Γκαλερί 7, Αθήνα
  • 2005 Στα χρώματα της Ίριδας, ΕΨΥΠΕ, Κέντρο Τεχνών Πάρκο Ελευθερίας, Αθήνα
  • 2004 Ανθρωπογραφία, Συλλογή Χ. Χριστοφή, Ακαδημία Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης, Ξάνθη
  • 2004 Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν - 60 χρόνια ελληνικής ζωγραφικής από τη συλλογή του Μουσείου Φρυσίρα, Αθήνα (επιμέλεια: Μάρθα Χαλικιά, Ευαγγελία Καλδέλη)
  • 2004 20 Χ 20, Γκαλερί 7, Αθήνα
  • 2003 Οπτικό παιχνίδι, Αθήνα, Ακαδημία Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης (επιμέλεια: Γιάννης Κολοκοτρώνης)
  • 2002 ΑΣΚΤ Απόφοιτοι 2000-2001, Το Εργοστάσιο, ΑΣΚΤ, Αθήνα
  • 2002 Ένα εικαστικό ταξίδι, Μουσείο Φρυσίρα, Αθήνα
  • 2002 Έλληνες Ζωγράφοι, Συλλογή Χ. Χριστοφή, Αθήνα
  • 2001 Ένωση Πτυχιούχων ΑΣΚΤ, Αθήνα
  • 1998 Heineken Art, Αθήνα

Ο Ανθρωπομορφικός Κατσιπάνος μετατρέπεται σε Ζωομορφικός Κατσιπάνος

«Είμαι ένα έντομο που ονειρεύτηκε ότι είναι άνθρωπος»
Ο Jeff Goldblum στη ταινία Η Μύγα [The Fly] του David Cronenberg

Στην τελευταία του έκθεση ο Θεόφιλος Κατσιπάνος εγκαταλείπει, σε μεγάλο βαθμό, τον σκοτεινό, «gothic» χαρακτήρα που εμφανιζόταν στις προηγούμενες δουλειές και εκτοξεύεται σε καρτουνίστικες περιοχές. Στη ζωγραφική του κυριαρχούσαν πάντα οι ανθρώπινες μορφές, έντονα ρεαλιστικές, παρότι παραμορφωμένες στις αναλογίες. Σ' αυτή την τελευταία δουλειά, η ανθρώπινη φιγούρα συνυπάρχει με ανθρωπομορφικά ζωάκια, ανθρωπομορφικά σχήματα, ζωομορφικούς ανθρώπους (;). Αυτές οι εικόνες μοιάζουν να διαχωρίζονται στα δύο, σε δύο επίπεδα, κάτι σαν συνύπαρξη πραγματικότητας και ονειρόκοσμου όπου η φαντασία του καλλιτέχνη μοιάζει ανεξέλεγκτη.

Είναι δύσκολο να ανιχνεύσει κανείς την καταγωγή του πόθου του ανθρώπου να εμψυχώνει αντικείμενα ή να τους δίνει ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά, όπως φωνή, πόδια, στόμα, χέρια, ρούχα και λοιπά. Οι Μύθοι του Αισώπου είναι πιθανότατα η πρώτη προσπάθεια στην ιστορία να «εμψυχωθούν» ζώα, με το να τους δοθεί το χάρισμα της σκέψης και της ομιλίας, χρησιμοποιώντας τα ως μεταφορά για διδακτική χρήση (προς τους ανθρώπους). Ακολουθήθηκαν αργότερα από τους Μύθους του La Fontaine. Πρόδρομοι του σουρεαλισμού όπως ο Lewis Carroll είχαν ήδη δώσει ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά σε αντικείμενα όπως τα τραπουλόχαρτα, κρατώντας μέσα στην όλη απεικόνιση, μόνο την πειθαρχία ίσως που χαρακτηρίζει την παραγωγή της χαρτοπαικτικής τράπουλας ως μεταφορά για την στρατιωτική τάξη. Αν υπάρχουν σχέσεις μεταξύ των ανθρωπομορφικών μεθόδων του Θεόφιλου Κατσιπάνου με αυτές του Carroll, αυτές θα γίνουν, ίσως, ακόμη πιο σαφείς στην περίπτωση του –αόρατου- γάτου Τσεσάιρ. Η άλλη διάσταση αυτής της δουλειάς, η οποία επίσης –παραδόξως- ακουμπά στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (και, ακόμη περισσότερο, στη συνέχειά της Through the Looking Glass) είναι η παραμόρφωση του γεωμετρικού χώρου, το μίκρεμα και μεγάλωμα των δωματίων, τη συστολή των επίπλων (τα οποία ενίοτε γίνονται κι αυτά ζωομορφικά), την αλλαγή του χωρικού ρόλου της «Αλίκης» του Κατσιπάνου. Ναι, υπάρχει μονίμως παρούσα ένα κοριτσάκι/γυναίκα σαν την ηρωίδα του Carroll, η οποία μοιάζει να είναι η κλειδοκράτωρ ανάμεσα στους δύο κόσμους. Και όταν ο χώρος γύρω από τις μορφές δεν είναι αρχιτεκτονικός/ γεωμετρικός, τότε αποτελείται από μυστηριακά θραύσματα σκοτεινών δασών. Και μετά υπάρχουν τα καρτουνίστικα ζωάκια που, όπως λέγαμε, ανοίγουν μια εντελώς καινούργια σελίδα στην εξέλιξη του έργου καλλιτέχνη: δεκάδες από αυτά, από ελαφάκια και σκυλάκια έως ανθρωπομορφικές αμοιβάδες (;) και εντελώς απροσδιόριστες ζωικές μορφές. Αυτές οι μορφές/ζώα, εμφανίζονται και προσπερνούν τη συνήθη χωρική διάταξη: φυτρώνουν από τους τοίχους, ίπτανται στην ατμόσφαιρα, ακροβατούν σχεδόν αόρατα.

Τα ζωγραφικά του Κατσιπάνου πάντα χαρακτηρίζονταν από ένα έντονο μυστήριο και μια ατμόσφαιρα του αλλόκοτου. Σήμερα, μπολιάζοντας τα έργα του μ' ένα έντονα ποπ στοιχείο αντί να την ωθήσει σε μια εύπεπτη κανονικότητα, την απογειώνει σε ανεξερεύνητες περιοχές του παραδόξου.

Θανάσης Μουτσόπουλος
* Από τον κατάλογο της έκθεσης "Θεόφιλος Κατσιπάνος - 50.000.000 π.Χ.", Gallery 7, 2011, σ. 4-5.

Homo omnis creatura

Όλη η ζωή της Γης συμπυκνώνεται μέσα μου και,
σ’ αυτό τον έρημο κόσμο, χτυπάει μόνο η δική μου καρδιά.
Δεν υπάρχουν πια εποχές, ούτε κλίματα· η θερμότητα του πλανήτη
αυξάνεται συνεχώς και εξουδετερώνει τη θερμότητα του φωτεινού άστρου·
η βλάστηση είναι υπερβολική· περνάω σαν σκιά μέσα από τις ψηλές,
σαν δέντρα, φτέρες, πατώντας με αβέβαιο βήμα στις ιριδίζουσες
μάργες και τους πολύχρωμους ψαμμίτες του εδάφους·
στηρίζομαι στον κορμό τεράστιων κωνοφόρων·
ξαπλώνω στη σκιά σφηνοφύλλων, αστεροφυλλιτών και λυκοποδίων
που έχουν ύψος εκατό πόδια. Οι αιώνες κυλούν σαν μέρες!
Ξαναζώ προς τα πίσω τη σειρά των μεταβολών της Γης.
Ιούλιος Βερν, Ταξίδι στο κέντρο της Γης

 

Το τρίξιμο του παλιού πατώματος και το προειδοποιητικό νιαούρισμα της γάτας που κατοικεί για χρόνια εκεί, δεν είναι παρά η εισαγωγή στον ιδιωτικό χώρο του Θεόφιλου Κατσιπάνου. Ανεξάντλητο αρχείο καλλιτεχνικών αναφορών, συνάντηση αποσπασμάτων και απομακρυσμένων επεισοδίων της ένδοξης ιστορίας της τέχνης, μοναχικά πορτρέτα του 15ου και 16ου αιώνα συνομιλούν με σύγχρονες διαφημιστικές αφίσες και επιμελώς σκισμένες σελίδες περιοδικών. Εικόνες σπάνιων βιβλίων με μοχθηρές και άγριες όψεις ζώων, δημιούργημα της απύθμενης φαντασίας ρομαντικών και συμβολιστών, βρίσκουν κατάλυμα εκεί ταράζοντας την αρμονία της σιωπής. Μεταχειρισμένα παιχνίδια παιδιών που τα κακομεταχειρίστηκαν, αλλά και κουρασμένες μορφές ηγετών περασμένων μεγαλείων, αγανακτισμένες από τη φλυαρία των θνητών, συγκατοικούν στο φανταστικό χώρο του ατελιέ.

Ο Θεόφιλος Κατσιπάνος, και σε αυτή την ενότητα των έργων του, παραμένει πιστός στη θεματολογία του, στα ετερόκλιτα εκείνα στοιχεία που συνθέτουν τη σύγχρονη ματαιότητα και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αλληγορία του εφήμερου της ζωής, σε όλα εκείνα τα εξαρτήματα που μορφώνουν τη μηχανή που τον μεταφέρει μακριά σε όλες τις ηπείρους, σε όλα τα σημεία της γης ικανά να τροφοδοτήσουν τη συλλογή εικόνων και ερεθισμάτων. Οδηγός και συνοδοιπόρος σε αυτό το ταξίδι, η αστείρευτη περιέργεια ενός νέου καλλιτέχνη που ωριμάζει μέσα από τις δοκιμές και την απόρριψη ανεπαρκών στοιχείων, τις αληθινές προκλήσεις της τέχνης και της ζωής. Έλκεται από το κλασικό, μαγεύεται από τις εποχές που δε φθάρθηκαν, δυσπιστεί για το σύγχρονο, τις προθέσεις και τη διάρκειά του.

Χαμηλώνει σιγά σιγά την ένταση για να ακούσουμε τις σκέψεις του, όσο τα ατμοσφαιρικά δεδομένα που σηματοδοτούν το έργο του    –το φως, ο ήχος των εικόνων, ο χώρος, τα χρώματα– συμμετέχουν στο αέναο παιχνίδι των μεταμορφώσεων, σαν πέπλο που σκεπάζει τη φωτιά. Καφκικός συνεχιστής της λογοτεχνικής παράδοσης των μεταμορφώσεων, ταξιδιώτης που ξεκινά για μια μπωντλαιρική παρά ομηρική περιπλάνηση, χωρίς προορισμό, σκοπό και, κυρίως, επιστροφή, αφήνεται στα χέρια της μυθοπλασίας και τη δίνη που αυτή προσφέρει πρωτίστως στο δημιουργό της. Οι διαφορετικές κλίμακες των ανθρώπων και των αντικειμένων γύρω τους μέσα στο ίδιο το έργο δεν είναι παρά διαφορετικές στιγμές του ονείρου. Ο άνθρωπος, άλλοτε μεγάλος και παντοδύναμος, κυριαρχεί στα κτίσματά του· άλλοτε μικρός και φοβισμένος, αφήνεται στο ρόλο μιας παράστασης που του επέλεξαν να παίζει, σε ένα έργο όπου η αυλαία παραμένει ανεβασμένη και οι ηθοποιοί αναγκάζονται να αλλάζουν επάνω στη σκηνή.

Ένας μυστικός κόσμος μάς αποκαλύπτεται, ένας μεταρομαντισμός μάς περικυκλώνει, πάθη και επιθυμίες μάς περιστοιχίζουν, σκηνικά μυστηρίου στήνονται στη φύση και σε μικρούς πολυεπίπεδους χώρους. Αυτοτελείς ιστορίες μιας παράφρονης πραγματικότητας, αντιμέτωπης με τον εαυτό της και τις πιο κρυφές της δυνάμεις, αποτελούν τη γέφυρα τού εδώ με έναν άλλο εξιδανικευμένο κόσμο. Η εύθραυστη ισορροπία της φύσης με τον άνθρωπο, της επιστήμης με τη θρησκεία εισχωρεί και μας αποκαλύπτεται σταδιακά για να μας υπενθυμίσει τη ρευστότητα των πραγμάτων και των όντων. Η κυκλική σχέση του χρόνου με τον άνθρωπο επαναφέρει εποχές, ανακαλεί μνήμες και γνώσεις, αφήνοντας ίχνη στον καμβά. Η καμουφλαρισμένη μελαγχολία κυριαρχεί στα βλέμματα των πορτρέτων που μαρτυρούν τη βαθιά γνώση και την απόγνωση που αυτή προκαλεί. Ένα βαλς ηλικιών, μια πλήρης αρμονία χρωμάτων, οι απόηχοι άλλων εποχών, ένα «κοντραπούντο» διαθέσεων και συναισθημάτων, η σοβαρότητα του ροκ, η δόνηση του μεσαίωνα, καταγράφουν νοσταλγικά ένα όνειρο ημέρας, το στιγμιότυπο ενός παραμυθιού, ενός μύθου, το πολύμορφο πεδίο δράσης του.

Ο Θεόφιλος Κατσιπάνος μάς εξιστορεί δίχως πολυλογία τα σημεία που τον καθοδηγούν. Η σκέψη σε πλήρη κίνηση, το εσωτερικό των βιβλίων σε απόλυτη εγρήγορση, η αφήγηση βαθιά και εσωτερική δίνει υφή στον κόσμο, χαρακτήρες, τραγικοί και απόλυτοι, κινούνται στο παρελθόν και το μέλλον. Στο έργο Εlixir αποκαλύπτεται η αστείρευτη ανθρώπινη επιθυμία της ανακάλυψης των μυστικών της αιώνιας νεότητας, η οποία καταστρέφει ενώ ταυτόχρονα αναδομεί. Το θαυματουργό αυτό υγρό, η γνώση και η σοφία σφραγισμένη σε ένα μικρό μπουκάλι, αποτελεί το αντίδοτο για τη δηλητηριασμένη σάρκα που κατασπάραξαν τα ανθρώπινα όντα. Ο άνθρωπος τοποθετείται μόνος στο κέντρο ενός σύμπαντος που κατακλύζεται από αινίγματα και φόβους αιώνων, ηλεκτρονικούς κινδύνους, τη ρευστότητα των εικόνων και τη ματαιότητα των νοημάτων τους. Πρόκειται για τον τόπο συνάντησης των όντων εκείνων που η λογική απέρριψε και τα όριά της εξώθησαν. Είναι ο τόπος συνάντησης ενός παράλογου κόσμου όπου αντικείμενα, φόρμες, φυτά και ζώα συγχέονται με τα είδωλα και τα κεκτημένα τους. Ό,τι συμβαίνει είναι μεταμόρφωση και παλμός μέσα σε πελώριους χώρους του χρόνου· είναι η αδιάφθορη ψυχή της αμόλυντης φύσης που ανέχεται την παρουσία των ανθρώπων αλλά προσπαθεί να διατηρήσει μεταξύ εκείνων και της ίδιας την απόσταση που χωρίζει τους θεούς από τους θνητούς.

 

Το κουνέλι, σύμβολο της γονιμότητας, το ελάφι, σύμβολο της ταχύτητας και της ευκινησίας αλλά και άλλα υβριδικά ζώα, που τα συναντούμε και σε παλαιότερη δουλειά, αποτελούν κομμάτι του εσωτερικού δάσους των κρυφών νοημάτων. Με κάθε κίνηση επιτελείται η ολοκληρωτική κατάκτηση της ψυχής των πραγμάτων και των σκιών τους. Η λογική της μεταμόρφωσης διακατέχει τον καλλιτέχνη, γεγονός που τον οδηγεί, με εξαιρετική ευκολία, στον άρτιο χειρισμό των μορφών, στη μεταμφίεση των προσώπων. Πλάνα διασταυρώνονται, συζητήσεις και φράσεις εισχωρούν στον καμβά, σαν σε ραδιόφωνο που αλλάζει γρήγορα σταθμούς ενώ η μείξη των λόγων στοιχειοθετεί το φωνητικό παζλ των μορφών. Τυχαίες ζαριές καθορίζουν το μέλλον, προσωπεία και μαριονέτες ειδώλων βρίσκουν τη θέση τους δίπλα στα μοντέλα, παιχνίδια που δίνουν μορφή στα παιδικά όνειρα και πόνο στην ενήλικη ζωή συναρμολογούνται στην επιφάνεια, καθρέφτες αποπροσανατολίζουν, σπίτια σαν εύπλαστες μακέτες  από πλαστελίνη αλλάζουν μορφή, εφευρέτες ίπτανται πάνω από τον πλανήτη Γη, η βαρύτητα αναιρείται κι αυτή με τη σειρά της. Οι άνθρωποι μεταμορφώθηκαν σε μικρά ακίνδυνα κατοικίδια για να παραμείνουν για πάντα πιστοί, και σε μικρές πάνινες κούκλες για να είναι πάντα διαθέσιμοι.

Ο Redon αναφέρει στο Ημερολόγιό του την παράξενη μα σοφή συμβουλή που έδωσε μια μέρα ο Κύριος στο κουνέλι: Βλέπεις τούτη την καμινάδα; Σου λέει κάτι; Εμένα μου φέρνει στο νου κάποιο θρύλο. Αν έχεις τη δύναμη να την παρατηρήσεις σωστά και να την κατανοήσεις, σκέψου το πιο περίεργο, το πιο παράξενο θέμα· αν βασίζεται κι αν παραμένει στα όριά της, τα όνειρό σου θα πραγματοποιηθεί. Εκεί βρίσκεται η τέχνη 1.

 

Μάρθα Χαλικιά
Ιστορικός Τέχνης
* Από τον κατάλογο της έκθεσης "Θεόφιλος Κατσιπάνος - See Through", Gallery 7, 2008, σ. 3-4.
1 À soi-même, Journal d’O. Redon, Παρίσι, 1922, σελ. 126

 


«...Cry like a parrot, chatter like an ape».

Το εργαστήριο του Θεόφιλου Κατσιπάνου, βρίσκεται στο τελευταίο πάτωμα ενός παλιού σπιτιού της Κυψέλης. Την ημέρα που ανέβαινα τα ξύλινα σκαλιά για να δω τη δουλειά του, είχα την άβολη αίσθηση ότι το να γράφεις για την πρώτη ατομική έκθεση ενός ζωγράφου, αποτελεί μια κάπως επικίνδυνη ευθύνη.

Αλλά το εργαστήριο του Κατσιπάνου, έμπλεο έργων, βιβλίων, αποκομμάτων, φωτογραφιών και υπαινικτικών για τη δουλειά του αντικειμένων, βάζει από μόνο του τα πράγματα στη θέση τους. Γιατί μιλά εύγλωττα για κάποιον που γνωρίζει τι τον κεντρίζει, και έχει την ικανότητα να το αρθρώνει, με ξεκάθαρο σχέδιο, αποφασιστικό χρωστήρα, και λόγο εξίσου διαυγή. Για τον γράφοντα, απομένει η πρόκληση.

-Πώς καταπιάνεται για πρώτη φορά με τη ζωγραφική  ένας νέος ζωγράφος;

«Με μια κουτουλιά», μου απαντά ο Κατσιπάνος. Μου αφηγείται πώς έγινε ρέκτης εικόνων τυχαία, όταν μια μέρα μπήκε από απλή περιέργεια στη δημοτική βιβλιοθήκη του Αγρινίου όπου ζούσε, χρησιμοποιώντας τη δανειστική κάρτα μιας φίλης. Ξεκίνησε τότε ένα παραμιλητό, που κράτησε αρκετές εβδομάδες. Πυρετική και λαίμαργη ανάγνωση νεόκοπου αναγνώστη, στερημένου για χρόνια από τη γεύση της. Υπερτροφία με λογοτεχνικά χωρία και προπαντός, εγχειρίδια ζωγραφικής. Χωρίς εξήγηση. Για αρχή, ο απαγορευμένος από το πατρικό σπίτι Καζαντζάκης, ο άυλα παραστατικός Γουναρόπουλος, η σουρεαλιστική μυθολογία του Εγγονόπουλου. Για τη συνέχεια, Άγγλοι και Ισπανοί.

Κάπου τότε, προκύπτουν και τα πρώτα μικρά σχέδια. Μια Κυριακή απόγευμα στο Αγρίνιο,

που τη θυμάται ακόμη, τελείωσε ένα φορτισμένο σχέδιο με στυλό, και ήξερε ξαφνικά, ότι αυτό που είχε στο μυαλό του ήταν ολόκληρο εκεί. Η επίγνωση αυτή, αρκούσε για τα επόμενα.

Τα ζοφερά αναγνώσματα που έθρεψαν εκείνα τα κυριακάτικα απογεύματα, είναι ακόμη εδώ. Στον Κατσιπάνο αρέσει να αφηγείται ιστορίες. Το αγαπημένο μου έργο από τα τωρινά, ένα δωμάτιο ανοιχτό στον θεατή, όπου η χροιά των διαφορετικών πράσινων παίζει παράξενα παιχνίδια: το γυαλιστερό βινύλιο του καθίσματος, ακουμπά στο χλοερό πράσινο του εδάφους. Το μέσα γίνεται έξω. Η ανδρική φιγούρα κλωτσά με τα ανοιχτά της πόδια ένα ξαπλωμένο σκυλί. Ή μήπως όχι; Στον Κατσιπάνο αρέσει εξίσου το παιχνίδι των αντιφάσεων. Στο πλαστικό να φυτρώνει η χλόη. Το σκυλί να τρέπεται στο κουφάρι ενός εφιάλτη, ακαθόριστου σχήματος.

Η αφήγηση του αλλόκοτου συνεχίζεται. Σε μια από τις μεγαλύτερες συνθέσεις, τα ελάφια μιας ξεθωριασμένης παράστασης που αποκολλήθηκε από κάποιο τοίχο, οσμίζονται πρώτα το ανθρώπινο θήραμα, και αποχωρούν έγκαιρα από τη σκηνή της εξόντωσής του. Οι όροι του κυνηγιού ανατρέπονται.

Αλλού, δυο χέρια ψηλαφίζουν τον λαιμό μιας νέας γυναίκας. Το πρόσωπό της, βαμμένο σε ένα απόκοσμο μπλε. Η ηδονή, συγγενεύει με τα συμπτώματα της επιδημίας. Ο Κατσιπάνος μου περιγράφει μια φωτογραφία από το Νational Geographic: ένας γιατρός που εξετάζει μια γυναίκα, φορέα του AIDS, με την ίδια κίνηση. Μια γαλαζωπή φωτεινή εστία στο φαιόχρωμο βραδινό τοπίο ενός μπαρ, ορίζει τη συνέχεια. Αυτά τα πορτρέτα δεν είναι ωραία. Αλλά η ασχήμια τους, έχει ένα ποιητικό σχεδόν εκτόπισμα.

Μια γυναίκα με τραπουλόχαρτα στα χέρια, γλιστρά πίσω από τον καθρέφτη, και εισέρχεται σε μια χώρα θαυμάτων. Το μη πραγματικό, ορίζεται από ένα γραμμικό ουράνιο τόξο σε χρώματα pantone, που ακυρώνουν το περιρρέον φάσμα του γνώριμου οπτικού πεδίου. Θραύσματα του πραγματικού, μια γάτα ανεβασμένη σε ένα δένδρο και ένας μικρός πίνακας, που ακουμπούν σαν σχισμένα κομμάτια ταπετσαρίας στις παράλογες τεθλασμένες των χρωμάτων του βάθους, κι οι ενδείξεις πραγματικότητας που μεταφέρουν, αναστέλλονται. Έτσι κι αλλιώς, η Αλίκη δεν κατοικεί πια εδώ.

Ο Otto Dix έγραψε κάποτε, ότι στη ρίζα κάθε καλού πορτρέτου υπάρχει ένα όραμα. Στα έργα του Κατσιπάνου, οι εικόνες σχεδιάζονται και φτιάχνονται παράλληλα με το μύθο. Καθώς αποδομείται ο κοινός τόπος της πραγματικότητας, η αίσθηση του ιλίγγου επανέρχεται στα περισσότερα έργα. Οξείες γωνίες, ανεξήγητες τεθλασμένες, πολλαπλοί άξονες, αιχμηρά βουνά χρώματος, επιθετικές ρίζες, μεταλλαγμένοι σωλήνες, ονόματα, επιγραφές και πηχαίοι τίτλοι πρωτοσέλιδων, κολλάζ ματαιότητας με αψεγάδιαστα πρόσωπα, ψαλιδισμένα βίαια σχεδόν, από γυαλιστερά εξώφυλλα, κατακλύζουν την επιφάνεια του πίνακα.

Οι ιστορίες διαδέχονται η μία την άλλη. Τα ανθισμένα σταυροθόλια ενός παράξενου ουρανού, κυκλώνουν μια από τις μεγαλύτερες   συνθέσεις. Αλλού, χάρτινοι ήρωες στρογγυλοκάθονται σε φαρδιές πολυθρόνες, καταλαμβάνοντας τη θέση ενός αλαζόνα μονάρχη. Ένα Ecce Homo με δυτικοευρωπαϊκές καταβολές, κρύβεται πίσω από τα επιθετικά κίτρινα της τολμηρής σύνθεσης και τα μπροκάρ υφάσματα ενός παρακμιακού νυχτερινού θιάσου. Στο έργο «Painter of holly icons», η ανάμνηση του Bruegel, συνδιαλέγεται με την αισθητική μιας χάρτινης κινέζικης εικόνας. Η «Santa Putta», ενδύεται τη μελαγχολία και παραδίδεται στους άνδρες από λύπηση. Ο άνθρωπος με το ψηλό καπέλο, περιμένει την καταιγίδα σε ένα αλληγορικό τοπίο γεμάτο οιωνούς. Παντού μάτια. Παντού σκυλιά. Ο ηδονοβλεψίας με το γαλάζιο σωλήνα μας προκαλεί να κοιτάξουμε κλεφτά: «Have a look»... Στην ερωτική σκηνή ή τη ζωγραφική; Μάλλον το δεύτερο.

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά αργότερα, θυμάμαι τους στίχους του T.S. Eliot. Με αυτούς παρότρυνε τον Lucian Freud να μεταμορφωθεί, να κλάψει και να ουρλιάξει με τρόπους ανορθόδοξους, για να δημιουργήσει τέχνη:

«And I must borrow every changing shape
To find expression – dance, dance,
Like a dancing bear,
Cry like a parrot, chatter like an ape».
1

Είμαι σχεδόν σίγουρη, ότι και οι ήρωες του Κατσιπάνου τα βράδια, πηδούν από το τελάρο, αλλάζουν σχήμα, κλαίνε σαν παπαγάλοι και φλυαρούν σαν πίθηκοι. Αυτό όμως, μάλλον δεν θα το αποδείξει κανείς.

Ίρις Κρητικού
Μάρτιος 2005
*  Από τον κατάλογο της έκθεσης "Θεόφιλος Κατσιπάνος - Have a look", Gallery 7, 2005, σ. 3-4.
1 «Πρέπει να δανειστώ κάθε σχήμα που αλλάζει/ Για να βρω την έκφραση – να χορέψω, να χορέψω, / Σαν αρκούδα που χορεύει, / Να κλάψω σαν παπαγάλος, να φλυαρήσω σαν πίθηκος».

 


Ο παραδοξογράφος χρωστήρας του Θεοφίλου Κατσιπάνου

Όλα συμβαίνουν στα γρανάζια του παράδοξου, σε μια ζώνη λαμπρά επινοημένη και συνάμα αυτόνομη, αυτόβουλη, αυτοτροφοδοτική.  Και, πάντως, συμβαίνουν στο ημίφως που ως ψυχοσκηνική συνθήκη υποθάλπτει εξ ορισμού την παραμορφωτική παρέκκλιση, την αναστάτωση του θυμικού.  Αυτή είναι η πρώτη εντύπωση που  αποκομίζει κανείς από την οποία εμπειρία με τη ζωγραφική του Θεοφίλου Κατσιπάνου. Σαν αποσπάσματα  σκοτεινών μύθων και δυσείκαστων  πέφτουν επάνω μας οι εικόνες του συμπαρασύροντας μας σε ένα άκρως γοητευτικό παιχνίδι –ή μήπως δεν είναι μόνο παιχνίδι;- που τα όρια του είναι όρια του ονείρου και του ελεύθερου συνειρμού,  άρα μιας πραγματικότητας που υπάρχει ως αναγκαιότητα μέσα και πίσω από την πραγματικότητα τον ορθών κωδίκων και τον καθαρών αισθήσεων. Η συχνή καταστρατήγηση  του κανόνα της αναλογίας, η άναρχη ωστόσο, πειστική  προοπτική, η σύνταξη ετερόκλητων στοιχείων  που στην πύκνωση τους αρθρώνουν ένα λόγο ασθμαίνοντα, αυτά και τόσα άλλα εικαστικά τερτίπια και ιδιόλεκτε  στηρίζουν τις συχνά ρηξικέλευθες προτάσεις  του  Κατσιπάνου προσδίδοντας τους συνοχή και αναγνωρίσιμη ταυτότητα.

Στην αποσπασματική μυθοπλασία  του  Κατσιπάνου μπαίνεις μέσα από δίοδο μυστική, υπόγεια, για να διαπιστώσεις πως στα ζωγραφικά παιδία του δεν υπάρχει τίποτα το εφησυχαστικό, πως η σιωπή που τα διαπερνά είναι βουερή , σχεδόν απόκοσμη . Μια συνεχής ένταση και γρήγοροι ρυθμοί, καλπάζοντες, μεταπλάθουν διαρκώς την εικόνα, έτσι που, ενώ της εξασφαλίζουν έντονη αφηγηματικότατα, την κάνουν να αντιστέκεται σε ευθείες ερμηνευτικές αναγνώσεις. Κι αυτή ακριβώς μοιάζει να είναι η πονηρή πρόθεση του ζωγράφου, να αποκαλύπτει δηλαδή με τρόπο κρυπτικό, ή να αποκρύπτει φανερώνοντας. Μορφές και σύμβολα, μεμονωμένα ή στην σύνθεση τους, σε χώρο  πλούσια σκηνογραφημένο ή ουδέτερο και αφαιρετικό, προτρέπουν τον θεατή προκλητικά να γίνει μυθοπλάστης , σε τροχιά παράλληλη με τον ζωγράφο-μυθοπλάστη, τον αινιγματικό αυτουργό που όμως κι αυτός  παρασυρμένος από τη δίνη την ίδιων  των ζωγραφημάτων του, αφομοιωμένος, λες, απ΄ τη δυναμική τους, δύσκολα θα υπεράσπιζε με τεκμηριωτική διαύγεια τα όσα συμβαίνουν στον καμβά. Η αυτονόμηση του έργου από το δημιουργό του – εδώ πρώτιστα θεματική –είναι συχνά κριτήριο  καλής τέχνης. Και σε μια τέτοια αυτονόμηση ποντάρει ο Κατσιπάνος. Το αντρικό κορμί, για παράδειγμα, που οριζοντιωμένο ίπταται  αβαρές, δεν προδίδει  αν οι προθέσεις του  χρωστήρα  γέρνουν προς μεταφυσική ή προς ταχυδακτυλουργία μεριά. Και πώς να διαβάσεις τη σκιαγραφία του χειμωνιάτικου άντρα με τον κεραυνό στο υψωμένο χέρι, όταν στο άλλο άκρο της εικόνας, κάτω από γιγαντιαία άνθη , δυο ανθρώπινες φιγούρες σκύβουν  στη συνοπτική  μικρογραφία πόλης που μοιάζει με παιχνίδι κύβων ;   Και το ζευγάρι πάνω στην στέγη του σπιτιού που μοιάζει χαρτονένιο; Κι όλες αυτές οι αναμετρήσεις του έμβιου με το αρχιτεκτονημένο, του αρχιτεκτονημένου με το φυσικό τοπίο, του τόπου με την ουτοπία, του ρεαλιστικού με το φανταστικό και οραματικό, πόθεν πηγάζουν και που εκβάλλουν; Έτσι με αφετηρία της εικαστικές προτάσεις του Κατσιπάνου μπορεί κανείς να ασκηθεί κατά βούληση στη μυθοπλασία, ο μύθος όμως θα κατοικεί πάντα κάπου αλλού, ακόμη κι έξω από τον καμβά. Κι ό,τι ξεφεύγει, αντιστεκόμενο στην ερμηνεία, είναι αυτό που δίνει ιδιαίτερο νοηματικό βάθος στην εικόνα, αινιγματική και υποβλητική συνάμα – στοιχειό που καλλιεργεί τεχνηέντως ο χρωστήρας του Καστιπάνου. Ένας χρωστήρας τολμηρός, νευρώδης και σφριγηλά νεανικός που ξέρει να διεξέρχεται την ιστορία της τέχνης, τα λογής καλλιτεχνικά ρεύματα, μπολιάζοντας χαρακτηριστικά την αναγεννησιακά άψογη επιδερμίδα του προσώπου με την εξπρεσιονιστική πραγμάτευση του κορμιού, του οποίου η ανατομία συμπτύσσεται ή αναπτύσσεται υπέρμετρα  για να ταράξει το οπτικό πεδίο. Μπολιάζοντας σύμβολα και εικόνες μονάδες παρωχημένων εποχών (ή μελλοντικών;) με ό,τι πιο παλλόμενα συγκαιρινό, δικό μας, πότε με τη  λογική του κόμικς ποτέ του κολάζ, όπου ενσφηνώνονται κοφτερές ακόμη και ξενόγλωσσες επιγραφές-σήματα.

Την ψυχογραφική δεινότητα του Κατσιπάνου αναδεικνύουν  με ιδεώδη τρόπο τα κεφαλιά των μορφών του, στα οποία και εστιάζει με μια σχεδόν ναρκισσιστική εμμονή ο χρωστήρας. Πρόκειται για ζωγραφικές ενδοσκοπήσεις  σε  ψυχισμούς περίκλειστους,  που «φοριούνται» εν είδη μάσκας, άλλοτε σιωπηρής κι άλλοτε πάλι υπεροπτικής, γκροτέσκας η παγερά αινιγματικής. Έτσι, μέσα στη λαβυρινθώδη αφηγηματικότατα  των τεκταινόμενων  επί του καμβά ανθρώπινη  φιγούρα, σε μια ζωγραφική απροκάλυπτα ανθρωποκεντρική ,κρατά σταθερά  τον ερμηνευτικό μίτο, αφήνοντας όμως σε μια ατελέσφορο ξεμπέρδεμα του.  Η συχνά μεγεθυντική απομόνωση της σε πορτραιτα, με υποτυπώδες ή καθόλου σκηνικό περιβάλλον, εικονογραφεί εμβληματικά τον ιδιότυπο  ανθρωποκεντρισμό του Κατσιπάνου.  Όμως κι αυτές οι φιγούρες – πορτραίτα, που μας καρφώνουν τις περισσότερες φορές κατάματα, απαιτητικά  ή και ανελέητα, θαρρείς  και είναι εκπεσόντα μέλη  του ίδιου μεγάλου θιάσου που μας συνήθισε σε περίπλοκα μυθικά δρώμενα. Αυτοπαρουσιάζονται   για να μας εκμυστηρευθούν  ένα μικρό κομμάτι της προσωπικής τους ιστορίας  ή  απλός να υπερασπισθούν το δικαίωμα τους στη σιωπή. Μπορεί μια μέρα να επανέλθουν σε κάποια από τα μελλοντικά έργα  του Κατσιπάνου, να στίξουν με την παρουσία  τους πολύπτυχες αφηγήσεις. Μπορεί όμως και όχι, ακολουθώντας  την τροχιά  των διαττόντων.

Τα πάντα είναι δυνατά με τον ευφάνταστα παραδοξογράφο χρωστήρα  του Θεόφιλου Κατσιπάνου.

Χρήστος Μπουλώτης 
Αρχαιολόγος στην Ακαδημία Αθηνών
Διδάσκων στην ΑΣΚΤ
* Από τον κατάλογο της έκθεσης του Θεόφιλου Κατσιπάνου στην C.K. art gallery, Κύπρος, 2006, σ. 4-5.