Πέρης Ιερεμιάδης (1939-2007)

Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι, όπου έζησε 11 χρόνια, ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη και το 1972 επέστρεψε στην Αθήνα. Εξέθεσε σε πολλές γκαλερί και ιδρύματα, συνεργάστηκε με αρχιτεκτονικά γραφεία και εκδοτικούς οίκους και είχε την καλλιτεχνική επιμέλεια του περιοδικού Ίνδικτος. Μελέτησε τους Δημήτρη Πικιώνη και Γιαννούλη Χαλεπά και επιμελήθηκε εκδόσεις και εκθέσεις του έργου τους. Πέθανε το Μάιο του 2007.

Εκθέσεις

  • 2007 Ζευγάρια, Art Gallery-Café, Βούλα, Αθήνα
  • 2006 Άγιος Γεώργιος και άλλες ζωγραφιές, Astra Gallery, Αθήνα
  • 2004 Σχέδια και σκίτσα, Astra Gallery, Αθήνα
  • 2003 Σχέδια και σκίτσα με θέμα τα Λουλούδια, Γλυφάδα
  • 1998 Ζωγραφική και σχέδια, Το Σπίτι της Κύπρου, Αθήνα
  • 1995 Βάρκες, Γαλλικό Ινστιτούτο, Πειραιάς
  • 1993 Astra Gallery, Αθήνα
  • 1991 Ioni Gallery, Κηφισιά, Αθήνα
  • 1989 Ioni Gallery, Κηφισιά, Αθήνα
  • 1979 Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα
  • 1978 Σχέδια, Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα

Πέρης Ιερεμιάδης, ο ευγενής των χρωμάτων

Ο ζωγράφος Πέρης Ιερεμιάδης (1939-2007) ήταν η ενσάρκωση της αμεριμνησίας και της ευγένειας· ένας έφηβος εξηντάρης, γεμάτος αγάπη για ζωή, γεμάτος απλότητα, διψασμένος για ζωγραφική. Εζησε λιτά, διακριτικά, ζωγράφισε με αγάπη και βαθιά γνώση, κι έφυγε ξαφνικά, το περασμένο Σάββατο, στην αγαπημένη του Αίγινα όπου ζούσε τον τελευταίο χρόνο.

Λόγιος και λαϊκός

Η ζωγραφική του ήταν ο εαυτός του: λόγιος και λαϊκός, Ευρωπαίος και Έλληνας, μοντέρνος και παλαιός. Έφτιαχνε τα χρώματα μόνος του, στην παλέτα του Πολύγνωτου· για το κόκκινο διάλεγε χώματα από την Πεντέλη. Λάτρευε τις λαϊκές λατρευτικές εικόνες και τον Ματίς, τον Πικιώνη και τον Μπρακ, σκάρωνε βάρκες και Αϊ-Γιώργηδες, λεμόνια και ψάρια, ελιές και σταφύλια, σπίτια με το μέσα τους ανοιχτό στο βλέμμα του κόσμου. Κι έχει ένα μάτι για χρώμα... Τι αίσθηση χρώματος! Οι τερακότες του, οι ώχρες, τα χοντροκόκκινα και τα φωτεινά του μαύρα είναι μοναδικά.

Καταγόμενος από τη Μικρασία, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Αφρική και την Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι, όπου έζησε 11 χρόνια, έμεινε στη Γερμανία και την Ιταλία, περιπλανήθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το 1972 επέστρεψε στην Αθήνα. Εργάστηκε σε αρχιτεκτονικά γραφεία ως σύμβουλος χρώματος και σε εκδοτικούς οίκους, και έως το τέλος είχε την καλλιτεχνική επιμέλεια του περιοδικού Ινδικτος. Ασχολήθηκε με το έργο των Δ. Πικιώνη και Γ. Χαλεπά, επιμελούμενος εκδόσεις και εκθέσεις του έργου τους. Εξέθεσε σε πολλές γκαλερί και ιδρύματα, τα τελευταία τριάντα χρόνια. Τελευταία του έκθεση, στην γκαλερί Αstra, την περασμένη άνοιξη, με μεγάλη επιτυχία.

Τέχνη της ζωής

Η τέχνη του ήταν τέχνη της ζωής: οι γλαφυρές αφηγήσεις του, οι συναρπαστικές εμμονές του, η οπτική του ευφυΐα, φανερώνονταν εξίσου στις παρέες και στις ζωγραφιές του, στα γεύματα με κατσικάκι στο ατελιέ του και στις «πηγμένες» εκθέσεις του, όπου πίσω από την οιονεί ατημελησία κρυβόταν η αισθητική φροντίδα και η αυστηρή έγνοια για τον χρωματισμό των τοίχων της γκαλερί. Και οι συνθέσεις του; Χωνεμένη η ζωγραφική παράδοση Ανατολής και Δύσης μαζί με τον μοντερνισμό του 20ού αιώνα, τα ελληνιστικά και ο Ματίς, ο Πικάσο και οι φιγούρες του Καραγκιόζη, ο κυβισμός και οι μορφές του Συναξαριστή. Μια ζωγραφική καθαρή και συγκριτική, στη μεθόριο αφήγησης και διακόσμησης, με κρατημένο το συναίσθημα, με θριαμβεύουσα τη ζωγραφική.

Ο καλλιτέχνης και άνθρωπος Πέρης, ο ευγενής και αγαθός, θα λείψει από την ελληνική εικαστική σκηνή και απ’ όσους τον γνώρισαν. Τιμώντας τον παλιό του φίλο ο Αλέξης Κυριτσόπουλος θα παραχωρήσει σε έργα του Π. Ιερεμιάδη ένα μέρος της έκθεσής του στην κοινή τους γκαλερί (Astra, Καρυατίδων 8, Ακρόπολη). Η κηδεία έγινε χθες, στην Αθήνα.

Νίκος Γ. Ξυδάκης
* εφημερίδα Η Καθημερινή, 15 Μαΐου 2007

 


 

Για τον Πέρη

Το κείμενο αυτό το οφείλω πολύν καιρό. Ίσως από την πρώτη κιόλας στιγμή της γνωριμίας μου με τον Πέρη Ιερεμιάδη. Δεν το αποτολμούσα αναλογιζόμενος την ανεπάρκειά μου, αλλά και την δυσκολία να μιλήσω για πρόσωπο τόσο προσφιλές. Φοβόμουν πως η αγάπη θα καλύψει το νου και θα σμικρύνει την αλήθεια. Το πράττω τώρα, ακουμπώντας στα λόγια του Rodin πως η μικρή αλήθεια κουβαλά την αλήθεια ολάκερη. Η ευκαιρία εξάλλου είναι μοναδική, τώρα που η Ίνδικτος φιλοξενεί ξανά τις ζωγραφιές του.

Δώδεκα χρόνια πίσω, σχεδιάζοντας το 1ο τεύχος του Ερουρέμ, χτύπησα για πρώτη φορά την πόρτα του. Του ζήτησα να μου εμπιστευθεί τις βάρκες του, εξηγώντας του τα σχέδια και τις φιλοδοξίες του περιοδικού. Ξαφνιάστηκε από το αίτημά μου, μα δέχτηκε. Ίσως η κοινή μας καταγωγή, ίσως το «μοιραίον» της συναντήσεώς μας που αποκαλύφθηκε από μια φωτογραφία; Ποιος ξέρει! Από κείνη τη στιγμή ομολογώ την απαρχή μιας μαθητείας δίπλα του, μαθητείας που ουδέποτε βεβαίως έλαβε το νόμιμο σχήμα δασκάλου-μαθητή.

Την εποχή εκείνη (1992-1997) ο Πέρης ναυπηγούσε διαρκώς βάρκες. Βάρκες που θύμιζαν ανθρώπινους θώρακες. Τον μάγευαν οι ονομασίες τους και τις συγκέντρωνε. Τα χρώματα λίγα. Κόκκινο της φωτιάς, λουλακί, ώχρα, καμμιά φορά μαύρα. Κάποτε και άσπρο. Η αίσθησή μου από τότε ήταν πως ο Πέρης ασκούνταν διαρκώς στο ίδιο θέμα, αναζητώντας την ερμηνεία του, αν και δεν ήταν αυτό καθαυτό το θέμα που τον απασχολούσε, αλλά κάτι εσώτερο, βαθύτερο. Τότε παραλλήλιζα τις ζωγραφιές του με το ίσο που κρατούν οι ψάλτες. Καμμιά ένταση, καμμιά διακύμανση. Του το ‘χα πει και του άρεσε. Στις συζητήσεις μας, διέκρινα το πάθος, την αναζήτηση, τις εμμονές του. Αχ αυτές οι εμμονές του Πέρη! Τελικά, ο άνθρωπος είναι που μετράει πίσω απ’ όσα κάνει. Το δε έργο του έχει τις ρίζες του στο σύνολο που έχει πλάσει. Στο είναι του.

Ο Πέρης Ιερεμιάδης είναι απ’ αρχής αποφασισμένος να υποστεί τα δεινά και τις στερήσεις που του επιφυλάσσει η μοίρα του. Εν ηρεμία και αδιαφορώντας για τις συνέπειες των επιλογών του, ασκείται στην υπακοή. Γιατί τι άλλο είναι η τέχνη παρά υπακοή στους αιώνιους νόμους του σύμπαντος;

Το 1996 μου χαρίστηκε η ενασχόλησή μου, εκδοτική αλλά όχι μόνο, με το έργο του Δ.Πικιώνη. Στην αρχή τα Ζωγραφικά, μετά η Αρχιτεκτονική της Χίου, τα Έργα Ακροπόλεως, κ.α. Ήταν ο Πέρης Ιερεμιάδης που έκανε το προξενιό με την κόρη του Πικιώνη, Αγνή. Εισχωρώντας στο «Αρχείο Πικιώνη», διαβάζοντας τα κείμενά του, τις ζωγραφιές του, τα σχέδιά του, ανακάλυπτα όλο και περισσότερο την πηγή απ’ όπου άρδευε το βιος του ο Πέρης Ιερεμιάδης. Απ’ αυτόν τον μεγάλο δάσκαλο, παραγνωρισμένο ακόμα δυστυχώς και στις μέρες μας, έλκει την καταγωγή του.

Mε ερμηνευτή τον Πικιώνη άρχισα σιγά-σιγά να κατανοώ τον φίλο μου αλλά και το έργο του. Οι βάρκες παρουσιάστηκαν για τελευταία φορά στο Σπίτι της Κύπρου το 1997. Με τη λεπτότητα της διαισθήσεώς του αλλά και βαθύτατο στοχασμό ο Π.Ι. εισχωρούσε όλο και περισσότερο στα άδυτα της τέχνης του. Εκεί όπου μετά από πολύ κόπο και μόχθο θα του αποκαλύπτονταν η αλήθεια. Διότι ουδέ αρετή λογίζεται, εκείνη, ήτινι ουκ ακολουθεί η δυσχέρεια των έργων, εις ενέργειαν αυτής. Ο Πέρης Ιερεμιάδης ως άλλος προσήλυτος δαπανά τον μόχθο του ασκούμενος καθημερινά. Η σχέση του με το έργο του είναι απολύτως διαισθητική. Δεν παρασύρεται ποτέ από το αίσθημά του.

Σαν τελείωσε με τις βάρκες, ξαφνιάστηκα! Άραγε πως θα συνέχιζε; Επιστρέφοντας από τους Πεταλιούς, το ερημονήσι του, μου ‘δειξε λίγα μικρά έργα με ζώα και τοπία. Τότε ξεκίνησε και τους Αη-Γιώργηδες. Τα χρώματα πια είχαν εξαφανιστεί. Τώρα πια μόνο χώματα και μαύρη σινική. Τίποτα άλλο. Χώματα διαλεγμένα από τον ίδιο, στραγγισμένα για χρόνια σε αυτοσχέδιους κάδους, φροντισμένα από τη μανία χρυσοθήρα που γυρεύει στα έγκατα της γης την φλέβα της αλήθειας. Η τέχνη διαβάζω, είναι η αναγωγή η αρμόδια εις την ύλη της μίμησης. Κατανοώ πλέον πως ο σκοπός του φίλου μου δεν μπορεί να είναι, σε καμμιά περίπτωση, σχετικός – είναι και ήταν πάντα απόλυτος: Μέσα στο χώμα πρεπει να βλέπουμε, γιατί εκεί μέσα προετοιμάζονται όλα.. Στην κρυμμένη στη φύση αποκάλυψη του κόσμου του νοητού. Σιγά-σιγά, ασκούμενος διαρκώς, εισχωρεί στα άδυτα της τέχνης του «απλού», καθότι η απλότητα, αλλά και η αγνότητα, είναι αναγκαία συνθήκη κάθε τέχνης. Ποιος είναι ο τρόπος, ποια η μέθοδος κατάκτησης, δύσκολο για μένα να το διατυπώσω. Κατανοώ όμως, πως αυτήν την οδό ακολουθεί ο Π.Ι. Αντιλαμβάνομαι έτσι τις εμμονές του, τις συζητήσεις μας, τον πνευματικό του πυρήνα που φωτίζει και διαμορφώνει τη ζωή μου.

Συζητώντας με τον Πέρη την έκδοση του Νέου Συναξαριστή, μου προτείνει να αναλάβει εκείνος την εικονογράφηση. Διστάζω, μα κάμπτομαι από την επιθυμία του. Χρησιμοποιώντας μόνο χρώμα και σινική, αρχίζει να χαράσσει πρόσωπα Αγίων. Δεν τον απασχολούν τα διακοσμητικά στοιχεία των εικόνων, αναζητά τη μορφή των προσώπων, την καθαρότητά τους. Με τα χαράγματά του πάνω στη φθαρτή χωμάτινη επιφάνεια προσπαθεί να χωρέσει το αχώρητο της αγιότητας. Φτάνοντας στο τυπογραφείο, αναγνωρίζω την αδυναμία μου. Πώς να μεταφέρω με τα μελάνια της τυπογραφίας, την αίσθηση που κουβαλούν τα χρώματα του Πέρη; Πώς να ζωντανέψω τη νεκρή για μένα ύλη της τυπογραφίας; Η τυπογραφική μου αποτυχία, μου φανερώνει τα μυστικά του.

Αυτή η αγνότητα και η αλήθεια που αναγνωρίζω στην τέχνη του φίλου μου, προϋποθέτει ένα σύνολο ανθρώπου, ένα σύνολο ζωής, αγνής και φυσικής. Μετρώ πίσω τα χρόνια της ζωή του Π.Ι. και τα έργα του και δια μιας όλα κουμπώνουν. Αποκτά μορφή το έργο του, ως σύνολο, κι οι χαρακιές του ανθηβόλου του σχηματίζουν το πρόσωπό του.

Μανώλης Βελιτζανίδης

Εκδότης

 

http://www.eikastikon.gr/kritikesparousiaseis/velitzanidis_ieremiadis.html

 

Πέρης Ιερεμιάδης

Ο Πέρης Ιερεμιάδης, ζωγράφος και εικαστικός που στα πρωτογενή στοιχεία βρήκε τα εργαλεία του, «ένας δραστικός τεχνίτης παλαιάς κοπής», πέθανε στις 12/05/07, στα 68 του χρόνια.

«Η Αθήνα όλη είναι ξερή. Δεν έχει ούτε ένα φύλλο. Γύρω από τον Άγιο Ελευθέριο (δίπλα στη Μητρόπολη) όμως, που πρέπει να φαίνεται, είναι ζούγκλα από φυτά. Αμαζόνιος» έλεγε ο Πέρης Ιερεμιάδης κάθε φορά που περνούσε απ' έξω. Έκανε διάφορα διαβήματα για την «απελευθέρωση» του ναού που είναι φτιαγμένος από αρχαίες πέτρες και η αλήθεια είναι πως σήμερα είναι ορατός από κάθε μεριά. Λάτρης του φυσικού περιβάλλοντος. «Το τοπιάκι, η θέα από το ταξίδι μας. Λίγη θάλασσα και λίγα βουναλάκια... Πώς να 'ναι αυτό το τοπιάκι όπου να φαίνεται πόσο φευγάτοι είμαστε...» αλλά και των λαϊκών αρχιτεκτονημάτων, ο ζωγράφος και εικαστικός Ιερεμιάδης ήθελε πάντα να αντιστέκεται στην αλλοίωση που επέφερε η σύγχρονη κοινωνία σε καθετί ωραίο. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου του 1939. Ο πατέρας του, Μίλτος, καταγόταν από την Προύσα της Μικράς Ασίας και ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη της Αθλητικής Ένωσης Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΚ). Από κει ο Πέρης θα αποκτήσει μια ιδιαίτερη σχέση με τα σπορ και ως αθλητής αλλά κυρίως ως δεινός σχολιαστής ποδοσφαιρικών και όχι μόνο αγώνων. Πίσω από κάθε πάσα έβλεπε τη νοοτροπία, τον πολιτισμό, τα μύχια πάθη και τις συνωμοσίες κάθε εθνότητας.

Πολύ μικρός ταξίδεψε στην Αφρική, όπου και έκανε τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, στο Καμερούν. Ταλαιπωρήθηκε από διάφορες αρρώστιες, ακόμα και τύφο. Επέστρεψε στην Ελλάδα όπου τελείωσε, εσωτερικός, το εξατάξιο γυμνάσιο της σχολής Χατζιδάκι. Το 1957 ξανάφησε την Ελλάδα για το Παρίσι. Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών στο τμήμα της ζωγραφικής. Σύχναζε στα τυπογραφεία όπου τύπωνε ο άλλος μεγάλος Έλληνας, ο Τεριάντ, το περιοδικό «Verve», μιλούσε για φιλοσοφία και τέχνη, κάτι που ποτέ δεν χόρτασε στη ζωή του. Έζησε στο Παρίσι έντεκα περίπου χρόνια δουλεύοντας ως σχεδιαστής σε γραφεία αρχιτεκτόνων και μηχανικών. Εκεί απέκτησε και το πρώτο του παιδί, την Κατίνα. Μετακόμισε στη Γερμανία, όπου για δύο χρόνια ζούσε στα περίχωρα της Φρανκφούρτης συντροφιά με τη Γιούλη Δεληγιάννη. Θρυλικές έχουν γίνει οι περιγραφές τους για τη ζωή στο Μέλανα Δρυμό. Πριν γυρίσει οριστικά στην Ελλάδα το 1972, πέρασε και ένα οχτάμηνο στη Ρώμη. Στην Αθήνα απέκτησε άλλο ένα παιδί, τον Μίλτο. Βιοποριζόταν για πολλά χρόνια, ως συνεργάτης σε αρχιτεκτονικά γραφεία, σε εργασίες διακόσμησης καθώς και σε εκδοτικούς οίκους (εκδόσεις τέχνης, χάρτες). Θεωρείτο αυθεντία στην επιλογή χρωμάτων και την εφάρμοσε σε ξενοδοχειακά συγκροτήματα και στην ανακαίνιση μεγάλου μοναστηριακού οικήματος στην Ορμύλια Χαλκιδικής. Καταπιάστηκε ιδιαίτερα με το έργο δύο σπουδαίων καλλιτεχνών, του Γιαννούλη Χαλεπά και του Δημήτρη Πικιώνη. Επιμελήθηκε μια περίτεχνη έκδοση με θέμα το έργο του Χαλεπά και το 2005 φρόντισε μια έκθεση γι' αυτόν στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού.

Εξέθεσε αρκετά αργά (1977 και 1979) μικρά σχέδια στις Νέες Μορφές. Πρώτη μεγάλη ατομική έκθεση πραγματοποίησε το 1982 στην ίδια γκαλερί. Ακολούθησαν αρκετές ακόμα - Γκαλερί Ιόνη (1989-1991), Γαλλικό Ινστιτούτο Πειραιά, Άστρα (1993, 1995, 2004, 2006) και η τελευταία τον Ιανουάριο του 2007 στο Art Gallery Café στη Βούλα. Ο ίδιος δεν επιθυμούσε να καταταχτεί σε κάποιο καλλιτεχνικό ρεύμα. Απεχθανόταν τη μανιέρα. Αντλούσε την έμπνευσή του από κομμάτια της ζωής. Η φύση, βάρκες, Άι Γιώργηδες, λουλούδια και άλλα απλά, απτά θέματα, που εκφράζουν μια άρρηκτη συνοχή με το ελληνικό στοιχείο, αποτελούν τη θεματολογία του. «Αντί να κλείσει τα πράγματα σε μια τέλεια σύνθεση, που, ορίζοντάς τα, θα τα απονέκρωνε εντός της και θα τα μετέβαλε σε είδωλα, ο Ιερεμιάδης τα εκθέτει σε αυτό που τα καίει και τα γεννάει» γράφει ο Ηλίας Παπαγιανόπουλος. «Ένας δραστικός τεχνίτης παλαιάς κοπής που μας χάριζε τον εαυτό του στα χοντρά κουφάρια καϊκιών, στις αρχαίες καλλιγραφίες, στις πανηγυρικές φιγούρες της διαρκώς αναζητούμενης πληρότητας, στους λιτούς, λαϊκούς χάρτες, στο διακοσμητικό πνεύμα των μεγάλων πνευματικών πολιτισμών» συμπληρώνει ο Αντώνης Ζέρβας. «Η ζωγραφική του Π.Ι., "μικρή", γήινη, απτή, εμπράγματη, δίνει σημασία στο ίδιο το ζωγραφικό πράγμα, στην πράξη, στο αφήγημα και στο αφηγούμενο εξίσου» αναφέρει ο Νίκος Ξυδάκης, για να καταλήξουμε στον ίδιο τον Ιερεμιάδη: «Σαν ένα μπουρίνι κρατάει η ζωή. Πώς μπορεί άραγε να παρασταθεί ο χώρος, δηλαδή ο χρόνος. Γι' αυτό μένει μια τομή μόνο που μπορείς να κάνεις, ή κάνεις κάτι τελείως ακίνητο, διπλωμένο στον εαυτό του...».

Εκτός από το ζωγραφικό του έργο, αρκετές ήταν και οι συνεργασίες του σε εκδοτικά εγχειρήματα. Κόσμησε με σχέδιά του το παλαμικό τεύχος (αρ. 14) του «Εκηβόλου». Σχεδίασε το σήμα των εκδόσεων Το Ροδακιό και του Θεάτρου Σφενδόνη, όπου «ζωγράφισε» στην παράσταση Λίγο απ' όλα του αγαπημένου του Καραγκιόζη με τα σκηνικά και τα κοστούμια του, εικονογράφησε τις Μεταφράσεις του Καρυωτάκη. Από το 1995 αποτέλεσε την εικαστική ψυχή του περιοδικού «Ερουρέμ» (αργότερα «Ίνδικτος») και συνεργάστηκε στενά με τον εκδότη της Ινδίκτου Μανόλη Βελιτζανίδη.

Σ' ένα τσαρδί τσομπάνηδων στο ερημονήσι των Πεταλιών στην Εύβοια περνούσε τα καλοκαίρια του σαν σύγχρονος Ροβινσώνας, παλεύοντας με τις οχιές και τους αγριόγατους. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του τον πέρασε στους Βλάχηδες στην Αίγινα κοντά στη Σοφία Σκούρα. Μακριά από τις τρομερές ιστορίες που λέγονταν γι' αυτόν -π.χ. ότι έβραζε τα παπούτσια του για να μαλακώσει το δέρμα και έραβε πουκάμισα από στρωματσόπανο και αλευρόσακους για να έχει γνήσιο μπαμπάκι- και κουρασμένος από τη λευχαιμία. Ζωγράφιζε πια μόνο με χώμα. Δεν ήθελε ποτέ φαρμακευτική αγωγή. «Στα χρώματά μου δεν βάζω χημικά», έλεγε, «θα βάλω στο σώμα μου;». Θεωρούσε ανέκαθεν πως «η πιο μεγάλη υποχρέωση του ανθρώπου είναι η συνάντηση με το θάνατο». Η «συνάντηση» αυτή έγινε στις 12 Μαΐου του 2007. Στην κηδεία του ζωγράφου, οι πολλοί φίλοι και συγγενείς μπερδεύτηκαν στις δύο εκκλησιές και προς στιγμήν ξεκίνησαν να συμμετάσχουν σε ακολουθία άλλου. Τη συγκίνηση έσπασαν κάποια χαμόγελα και η ατάκα «ε, αυτό είναι Πέρης!».

Ο Πέρης Ιερεμιάδης άφησε πίσω του μια κόρη, την Κατίνα, που ζει στο Παρίσι και έναν γιο, τον Μίλτο, που ζει στην Αθήνα.

Σταύρος Διοσκουρίδης 

06/03/2008
http://www.lifo.gr/mag/features/494