Γεννήθηκε το 1975 στην Πάτρα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με καθηγητή τον Δημήτρη Μυταρά. Αποφοίτησε το 2000. Από το 2003 διδάσκει καλλιτεχνικά μαθήματα ως μόνιμος εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Ατομικές Εκθέσεις

  • 2011 Χώρος τέχνης 24, Αθήνα
  • 2008 Πολύεδρο, Πάτρα
  • 2006 Γκαλερί Έκφραση, Αθήνα
  • 2003 Πολύεδρο, Πάτρα

Ομαδικές εκθέσεις (επιλογή)

  • 2013 Urban Fish Tales, Χώρος τέχνης Άγιος Αθανάσιος, Νάουσα Πάρου
  • 2013 Το ελληνικό καλοκαίρι του Jacques Lacarrière, Ianos αίθουσα τέχνης, Αθήνα
  • 2012 90 επιστολικά δελτάρια από τη Σμύρνη, αφιέρωμα στα 90 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, Ianos αίθουσα τέχνης, Αθήνα
  • 2012  To Be…, εικαστικό αφιέρωμα στον William Shakespeare, Ianos αίθουσα τέχνης, Αθήνα
  • 2012 10x10. Εικόνες και κείμενα. Δέκα ζωγράφοι «διαβάζουν» δέκα συγγραφείς, Χώρος Τέχνης 24, Αθήνα
  • 2011 Η αλήθεια είναι πάντοτε παράλογος, εικαστικό αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πολιτιστικό κέντρο Δήμου Αθηναίων «Μελίνα», Αρχαιολογικό Μουσείο Πάτρας
  • 2011 Αυτοπροσωπογραφία, Αίθουσα τέχνης Γαβράς
  • 2011 Το Μεσολόγγι σήμερα μέσα από την τέχνη, σε συνεργασία με τη Γκαλερί Έρση, Πινακοθήκη Μοσχανδρέου, Μεσολόγγι
  • 2010 Έρως- Αντέρως, Γκαλερί Έρση, Αθήνα
  • 2010 Όνειρα με σώμα και ψυχή, Γκαλερί Έρση, Αθήνα
  • 2009 Λειτουργία για τον ενεστώτα χρόνο, Γκαλερί Έρση, Αθήνα
  • 2009 Μυστικός Δείπνος,  Γκαλερί Έρση, Αθήνα
  • 2009 Γειτονιές με παρελθόν και μέλλον, Γκαλερί Έρση, Αθήνα
  • 2009 Συνέβη στην Αθήνα, Πολιτιστικό κέντρο Δήμου Αθηναίων «Μελίνα»
  • 2008 Έκθεση 15 καλλιτεχνών, Πινακοθήκη Κυκλάδων, Σύρος
  • 2008 Summer time, Ίκαρος art space, Ηράκλειο Κρήτης
  • 2008 Τοπία της Αίγινας, Λαογραφικό μουσείο Αίγινας
  • 2008 Η Αίγινα των ζωγράφων, Πολιτιστικό κέντρο Δήμου Αθηναίων «Μελίνα»
  • 2008 Δημόσιος και Ιδιωτικός χώρος, Γκαλερί Έρση, Αθήνα
  • 2007 Μικρά έργα, Πολύεδρο, Πάτρα
  • 2003 Έκθεση μικροζωγραφικής μελών Ε.Ε.Τ.Ε., Εκθεσιακός χώρος Ε.Ε.Τ.Ε., Αθήνα
  • 2002 Πάτρια εδάφη ΙΙΙ, Πολύεδρο, Πάτρα
  • 2001 Έκθεση αποφοίτων 2000, Εργοστάσιο Α.Σ.Κ.Τ., Αθήνα
  • 2001 Απόπειρες ποιητικού ρεαλισμού,  Γκαλερί Έκφραση, Αθήνα
  • 2000 Έκθεση αποφοίτων Α΄ εργ. ζωγραφικής, Ε.Π.Α.Σ.Κ.Τ., Αθήνα
  • 2000 Πολυχώρος Αερικό, Αθήνα

Κώστας Σιαφάκας, έκθεση ζωγραφικής στον «Χώρο Τέχνης 24» (12 Μαΐου-10 Ιουνίου 2011)

Όταν μιλούμε για την τέχνη, μπορούμε να το κάνουμε με διάφορους  τρόπους, μπορούμε να συζητήσουμε για συγκεκριμένα έργα, για καλλιτέχνες, για αντιδράσεις που προκάλεσαν, για κριτικές που γράφτηκαν ή επηρέασαν, για θεωρίες που κυριάρχησαν κ.λπ.

Σχεδόν πάντα εν μέσω όλων αυτών λησμονούμε ή αγνοούμε ότι η τέχνη είναι σαν την πίστη, υπάρχει ένα μυστικό στοιχείο που την ωθεί, μια κρυφή ανταύγεια που τη φωτίζει, ένα υπόγειο ρεύμα ψυχικό που συναντιέται με εκείνο που σε άλλες εποχές ονόμαζαν ουράνιο. Οπωσδήποτε πάντως η τέχνη παραμένει υπόθεση μυστική, που την καταλαβαίνουν και την υποθάλπουν οι μυημένοι. Το δυστύχημα είναι ότι στους σημερινούς «χαλεπούς καιρούς», που έλεγε ο Χέλντερλιν, πολλοί από τους υποτιθέμενους μυημένους, είτε προδίδουν την τέχνη, είτε η μύησή τους είναι λειψή: κάτι σαν να «λάδωσαν» για να εισέλθουν στο άδυτο.

Από μια προηγούμενη έκθεσή του το 2006 ο ζωγράφος αυτός ανέδιδε ηρεμία και αρμονία. Όταν η ζωγραφική τέχνη δεν προκαλεί, δεν κραυγάζει, δεν βιάζει (πρωτίστως την όραση), είτε είναι κάτι ουδέτερο είτε κάτι θαυμαστό. Γιατί φανερώνει μια συμφιλίωση. Τη συμφιλίωση του καλλιτέχνη με τον εαυτό του και με τη φύση. Που σημαίνει τελικά με την κρυφή όψη των πραγμάτων. Για να αποτυπώσεις τη γαλήνη ενός τοπίου δεν αρκεί να αναπαραστήσεις καλά το σχήμα και το χρώμα: πρέπει να μπορείς να συναντηθείς εσωτερικά μαζί του. Όχι να το κατακτάς, αλλά να αφήνεις να σε κατακτά εκείνο. Προϋπόθεση βέβαια η άσκηση που απαιτεί να κάνεις χώρο μέσα σου: να αφήνεις τα πράγματα να σχηματίζονται όχι από εσένα αλλά μέσα από εσένα.

Ο Σιαφάκας αποτυπώνει στα έργα τη σχέση του με τα πράγματα, όχι μονάχα τη θέση τους στον χώρο. Έτσι καταφέρνει μεγάλη ενότητα σχημάτων και χρωμάτων. Στα καλύτερα έργα του το χρώμα έχει την πρωτοκαθεδρία, έτσι που απορροφά το σχήμα κι ενώ τα πράγματα στερεώνονται στον χώρο, την ίδια στιγμή τον υπερβαίνουν. Στην πρόσφατη έκθεσή του παρουσίασε εργασία της τελευταίας τετραετίας. Η κύρια διαφορά από προηγούμενες δουλειές του είναι η έντονη φωταύγεια. Υπάρχουν λάδια, υδατογραφίες, μολύβια, προσωπογραφίες.

Ο ζωγράφος δεν μένει στην εξωτερική περιγραφή προσώπων και πραγμάτων. Μοιάζει να προχωρεί αναζητώντας την ήρεμη ομορφιά, ένα καταστάλαγμα στο οποίο φτάνεις διασχίζοντας ή υπερβαίνοντας τη διάχυση, την εξωστρέφεια, την αποσπασματικότητα, της εποχής και της κοινωνίας. Έχει επίγνωση ότι καλείται ειδικά στους καιρούς μας σε μια τεράστια αφαίρεση –προπαντός εκείνων που μας βομβαρδίζουν- καθημερινά και σε απόλυτη συγκέντρωση στο έργο: να δει για να μεθέξει, όχι να δει για να αναπαραστήσει. Να αφομοιώσει την απλότητα, την ομορφιά, την ησυχία, τον ρυθμό. Ανάμεσα στους δασκάλους ο Σεζάν του έμαθε ότι αυτό που βλέπει είναι «η θέα που ο Pater omnipotens, oeterne Deus απλώνει μπροστά στα μάτια του». Έτσι μας δείχνει τα πράγματα και τα πρόσωπα αλλιώς. Ακόμη και οι ζωγραφιές του με μολύβι μας οικειώνουν με μια άλλη αίσθηση ζωής που καταργεί το εφήμερο και παραδίδει στο βλέμμα κάτι από την αιωνιότητα ή το μυστήριο.

Σωτήρης Γουνελάς
* εφημ. Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία:  Βιβλιοθήκη, 3 Σεπτεμβρίου 2011, σελ. 4

Τα έργα που απαρτίζουν την παρούσα έκθεση είναι καρπός από την εργασία της τελευταίας τετραετίας. Είναι ζωγραφισμένα κυρίως στην Κύθνο και στην Αθήνα, σε χώρους, σε τοπία, αλλά και σε συνθήκες ζωής, που γνώριζα ότι σύντομα θα εγκατέλειπα. Η επίγνωση αυτή προσέδωσε στη δουλειά έναν επιπλέον χαρακτήρα, ο οποίος συνόδεψε τις πάγιες επιδιώξεις μου: συνειδητά ή ασυνείδητα η όρασή μου απέκτησε την ιδιότητα μιας προκαταβολικής νοσταλγίας. Η ζωγραφική στάθηκε ο πιο ισχυρός τρόπος να καταγράψω τις όψεις και την ατμόσφαιρα της καθημερινότητας δημιουργώντας ένα άλλο ημερολόγιο, που παραμένει πιστό στη σιωπή.

Κώστας Σιαφάκας


* Από τον κατάλογο της ατομικής έκθεσης του Κώστα Σιαφάκα στο Χώρο Τέχνης «24» το 2011.

Τέχνη και φύση. Το παράδειγμα του Σεζάν*

Τέχνη είναι ο άνθρωπος προστιθέμενος στη φύση, είπε ο Σεζάν διατυπώνοντας έναν από τους πληρέστερους ορισμούς της τέχνης. Αλλά πώς εννοούσε αυτά τα λόγια; Πώς θα πρέπει να τα εκλάβει ένας νεοφώτιστος ζωγράφος ώστε να εισδύσει στη φύση χωρίς τον κίνδυνο να εξομοιωθεί με αυτή, να παραδοθεί στη δύναμή της και εν τέλει να χαθεί στην κυριαρχία της; Η μετοχή «προστιθέμενος» –και όχι «προστεθειμένος»– είναι ένα κλειδί κατανόησης. Δηλώνει την αόριστη διάρκεια την οποία προϋποθέτει η συνεχής επανάληψη. Όμως, πρώτα απ’ όλα, τι έχουμε κατά νου λέγοντας «φύση» ή, ειδικότερα, τι μας διαχωρίζει από αυτή ώστε συζητάμε τη δυνατότητα και τον τρόπο προσέγγισής της;

Υπό το φως της ταπεινής μου διαύγειας θαρρώ πως η προβληματική ξεκινά από το, λίγο έως πολύ, κοινά αποδεκτό γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που διαθέτει συνείδηση και λόγο, χαρακτηριστικά τα οποία μας διαχωρίζουν ποικιλοτρόπως από όλα τα έμβια και αντιβαίνουν σε πολλά από τα υπόλοιπα γνωρίσματά μας. Το συνεκτικότερο ίσως παράδειγμα είναι η συνήθης ανακολουθία της εξέλιξης του πιο εμφανούς είναι μας, του ανθρώπινου σώματος, σε σχέση με τα εν λόγω χαρακτηριστικά. Θα βοηθούσε στο να νιώσουμε ασφαλέστερη τη συμμαχία με τη φύση, εάν το σώμα μας, η πιο άμεση απόδειξη ότι είμαστε «φυσικοί», συμβάδιζε ως το τέλος με την εσωτερική μας ωρίμαση, η οποία, ως γνωστόν, μετριέται με την ανάπτυξη της συνείδησης και τη στερέωση της λογικής. Μπροστά στη σωματική κάμψη των –ενεργά– σοφών, θα έμοιαζε λογικό και φυσικό, σε πιο δίκαιη αναλογία, εάν γεννιόμασταν άκακοι, άφρονες και ανήμποροι γέροι και ανελισσόμασταν σε σοφά, υγιή και ευσυνείδητα παιδιά! Αλλά κάπως αλλιώς έχουν τα πράγματα… Τι συμβαίνει; Μήπως είναι άλογη η φύση ή αφύσικος ο λόγος; Κι όπως κι αν είναι, πώς τούτα τα δυο θα συμφωνήσουν στον καμβά, στο πεντάγραμμο, στο γλυπτό, σε κάθε ποίημα; Ο Σεζάν, με τις μετρημένες κουβέντες του αλλά κυρίως με κάθε του έργο, προτείνει τη στρατηγική της παλινδρόμησης: εφόρμηση στο μυστήριο της φύσης και επιστροφή στη μεθοδική σκέψη μέχρι νεοτέρας διαταγής. Κάποια στιγμή η διαταγή είναι: «καινούργιος καμβάς». Ο άνθρωπος, γι’ αυτόν, είναι το ευκίνητο, προσαρμόσιμο, ενεργητικό υποκείμενο που από τη μικρή του έδρα, την ατομικότητά του, οφείλει να μετακινηθεί προς την ουσία της φύσης: προς το υπερβατικό, το θεϊκό, το αρχέγονο, το προϋπάρχον· τουτέστιν προς ό,τι ρέει στο εσωτερικό των πραγμάτων. Υπό έναν όρο: να παραμείνει άνθρωπος. Την ανθρώπινή του ταυτότητα την διαφυλάσσει επιστρέφοντας στη λογική, την ύστατη στιγμή που ο συντονισμός του με τη φύση κινδυνεύει να υπερβεί τις αντοχές του. Αναπόφευκτα ο καλλιτέχνης σύρει τα επί μέρους, ειδικά, συγκυριακά, ατομικά του χαρακτηριστικά σε όλη την επίπονη διαδρομή προσέγγισης της φύσης, προσπάθειας επικοινωνίας και συνδιαλλαγής μαζί της. Αυτή η συγκινητική αδυναμία του, στις μέρες μας της συγκαλυμμένης παρακμής της τέχνης, χλευάζεται προβαλλόμενη ως ζητούμενο· αιτούμενο της πιο μεγάλης και πιο δυσκίνητης συνθήκης, που απλώθηκε ως τα χωράφια της τέχνης: της βλακείας. Η αναζήτηση της συνάφειας φύσης και λόγου περιορίστηκε, σαν προνόμιο, σε λίγους ευγενείς.

Ως ζωγράφος, έχω να πω ότι εκπλήσσομαι κάθε φορά που διαπιστώνω έμπρακτα ότι οι μεθοδεύσεις της ζωγραφικής –όπως η σύνθεση, η αντίθεση, η σύγκριση μεγεθών, η μίμηση, η γενίκευση κ.τ.λ.– είναι υπεύθυνες, σε βαθμό που καθίστανται αποκλειστικά μου επιδιωκόμενα, για την απόδοση των έργων μου και ότι το ουσιώδες ζητούμενο, που είναι δύσκολο να κατονομαστεί, προκύπτει σαν από μόνο του χάρη στη σωστή λειτουργία των παραπάνω. Αυτή η διαπίστωση με κάνει να αμφισβητώ τον ρόλο μου ως «δημιουργού» και να τον ορίζω ακριβέστερα με τον όρο «τεχνίτης» ή «συνθέτης». Ωστόσο, μια πετυχημένη ζωγραφιά αποβαίνει κάτι περισσότερο από «τεχνητή σύνθεση». Το σύνολό της είναι περισσότερο από το άθροισμα των μερών της. Τι είναι αυτό το επιπλέον; Πώς, πότε και από ποιον εισήχθη; Ακόμα και σε πρακτικές ή κατασκευές, που δείχνουν να βασίζονται αποκλειστικά στη λογική, ενυπάρχει ένα διαφεύγον. Διαισθανόμαστε έναν πηγαίο ειρμό, μια λειτουργία φυσική και συγκεχυμένη, αδιαίρετη και σχεδόν ασύλληπτη, σαν τρεχούμενο νερό που δίνει ζωή και ροή στις σκέψεις μας, στις πράξεις μας και στα αποτελέσματά τους. Η αρχιτεκτονική, ακόμα και σήμερα που σπάνια ασκείται με καλλιτεχνική συνείδηση, είναι η καθαρότερη απόδειξη ισχύος του παραπάνω συλλογισμού. Φαίνεται τελικά, πως ο άνθρωπος εναρμονίζεται με τη φύση και αρχίζει να επωφελείται των ιδιοτήτων της οι οποίες εξωτερικεύονται στα έργα του, τη στιγμή που ξεχωρίζει τη θέση του από αυτήν. Κοντολογίς, στην ανθρώπινη φύση συμπεριλαμβάνεται και η τάση του ανθρώπου να αντιδιαστέλλεται από το σύνολο της φύσης, παρότι αποτελεί –και το γνωρίζει– μέρος αυτού του συνόλου. Συνήθης περίπτωση άστρου που ξεμάκρυνε από τον αστερισμό. Εντούτοις, παρά την αυτόνομη λάμψη, παραμένει αναπόσπαστο μέρος του.

Μέσα στους αιώνες η όραση των ζωγράφων συλλαμβάνεται να αγνοεί, ενίοτε, την ικανότητα διείσδυσης που διαθέτει. Οι πινακοθήκες μας και τα μουσεία μας κατοικούνται και από έργα που περιορίζουν τη ζωγραφική –επίσης και τη γλυπτική– στη λειτουργία μιας επιδερμικής απεικόνισης. Ανάμεσά τους, σαν κραυγές μεταξύ ψιθύρων, τα έργα των μεγάλων, υπενθυμίζουν το γνήσιο θαύμα της τέχνης. Αναδομούν τον κόσμο, δεν τον απεικονίζουν. Η ζωγραφική και η γλυπτική αποκαθίστανται ως οι κατεξοχήν τέχνες τού είναι και όχι του φαίνεσθαι. Για να καταπιαστείς με αυτές έχοντας αξιώσεις, δεν αρκεί να διαθέτεις ταλέντο, χρειάζεται να το υποστηρίξεις συνειδησιακά. Ακριβέστερα, αυτό που αξίζει να ονομάζουμε ταλέντο, γίνεται αντιληπτό στο βαθμό ικανότητας νοητής εισχώρησης στο εσωτερικό των μορφών, και όχι στην καλλιγραφική τους αποτίμηση. Εντούτοις, η ενεργοποίησή του απαιτεί έναν ρυθμό που υπερβαίνει τα έλλογα μέρη της δημιουργίας. Η ζωγραφική απόδοση κάποιου πράγματος μοιάζει να πραγματοποιείται μέσα από ένα είδος συνεχούς επανασύλληψής του –που σημαίνει και συνεχούς επαναδιαφυγής του–, σαν να μη μας φανερώνεται ποτέ πλήρως, σαν να διατηρεί πάντα άγνωστες προεκτάσεις. Οφείλω να ομολογήσω πως αυτό το «κάτι περισσότερο από τεχνητή σύνθεση», που προανέφερα, είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας τόσο πολύπλοκης και αυτόματης, που η παραμικρή, από μέρους μου, απόπειρα ανάλυσής της την απορρυθμίζει. Προτιμώ –και τολμώ– να συμπεράνω: η εκδίπλωση του  ταλέντου, παρότι προϋποθέτει την ανθρώπινη βούληση, παραμένει μια λειτουργία φυσική, και, συνεπώς, κατά βάση μυστηριώδης. Στην πλειονότητά τους οι μεγάλοι καλλιτέχνες γεννιούνται προικισμένοι με ευχέρεια. Δεν οφείλουν όμως σε αυτή το μέγεθός τους. Αντιθέτως, η ευχέρεια, συνήθως εκφρασμένη ως ικανότητα μίμησης, στέκεται συχνά εμπόδιο στην προσπάθεια του ζωγράφου να θέσει το χέρι του στην υπηρεσία της συνείδησής του. Ωστόσο, για το ευρύ κοινό είναι σχεδόν ταυτισμένη με το ταλέντο. Για εκείνον που διαθέτει περιορισμένη επιδεξιότητα, καιροφυλακτούν οι δαίμονες της αποθάρρυνσης. Κάποτε ένας νεαρός Ολλανδός στη Χάγη, αρνήθηκε να ξανασχεδιάσει το γύψινο ομοίωμα ενός κλασικού γλυπτού, παρά την επιμονή του δασκάλου του που το θεωρούσε απαραίτητο για την πρόοδό του. Βλέπετε, ήταν πράγματι αδέξιος στο σχέδιο… Το όνομά του ήταν Βίνσεντ Βαν Γκογκ.

Η πολυτέλεια της ζωγραφικής –πράξης αυτόνομης που μπορεί να συντελεστεί, απελευθερώνοντας κάθε της δυνατότητα, ακόμα και από έναν κωφό, άλαλο  και αναλφάβητο μονόχειρα– να εμπλέκεται με την ολότητα του είναι –ήτοι με την όψη και το εσωτερικό, με την ύλη και το πνεύμα, με τη λογική και το συναίσθημα, με τη φαντασία και την πραγματικότητα, με την οπτική και την ιδέα, με τον χώρο και τον χρόνο (ακόμα και στη λεπτότερη ποιότητά του, εκείνη της αχρονικότητας), με την αλήθεια και την εικόνα, με τη ζωή και το θάνατο– της δίνει επάξια τον τίτλο της βασίλισσας των τεχνών. Το διάνυσμα καθεμιάς από τις προαναφερθείσες αντιδιαστολές δύναται να συσπειρωθεί ενεργο-ποιητικά μέσα στο ζωγραφικό έργο: όψη και εσωτερικό ίσον αντικείμενο, ύλη και πνεύμα ίσον μορφή, λογική και συναίσθημα ίσον σκέψη, φαντασία και πραγματικότητα ίσον αντίληψη, οπτική και ιδέα ίσον τέχνη, χώρος και χρόνος ίσον κόσμος, αλήθεια και εικόνα ίσον λατρεία, θάνατος και ζωή ίσον ανάσταση. Και εδώ, δηλαδή σε όλα αυτά, δηλαδή στα πάντα, η τέχνη –τουλάχιστον η ζωγραφική συμπεριλαμβανομένης και της γλυπτικής– αποδεικνύει ότι ζει παράλληλα με τη φύση. Ο καθρέφτης που, σύμφωνα με τη γνωστή φράση του Σαίξπηρ, κρατά η τέχνη για να κοιτάζεται η φύση, είναι ένας πίνακας ζωγραφικής.

Οτιδήποτε, για να είναι ολοκληρωμένα αυτό που είναι, πρέπει να φέρει, έστω και ασυνείδητα, και την απόλυτη ουσία του αντιθέτου του· κάπου και κάποτε, να έχει κυοφορηθεί μαζί του. Με τον τρόπο που λανθάνει η ευγένεια σε έναν αυθεντικό αλήτη και ο ξεπεσμός σε έναν γνήσιο αριστοκράτη, ενυπάρχει η αφαίρεση στην παραστατική τέχνη και η συνεπής αναπαράσταση των απόλυτα συγκεκριμένων στοιχείων που την απαρτίζουν, σε μια, όπως λέμε, αφηρημένη σύνθεση. Μετά από μακρύ κατάλογο σχετικών αντιθέτων καταλήγουμε στα μέγιστα: φύση και τέχνη, σε όποια αντίθεση κι αν αποτελούν τους δύο πόλους, η μία ζει μέσα στην άλλη.

Ζωγραφίζω τη φύση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχω για θέμα τον κήπο μου, ούτε όμως ότι ο κήπος μου –ή οτιδήποτε άλλο– δεν επαρκεί σαν αποκλειστικό θέμα, ίσως και για μια ολόκληρη ζωή, ώστε να μπορέσω να  μετακινηθώ με όσες δυνάμεις διαθέτω προς τον σκοπό της τέχνης. Ο Ματίς έλεγε, θέλοντας να κατευνάσει την αγωνία του, αλλά ενδόμυχα και την αγωνία κάθε καλλιτέχνη: «Η ζωή είναι μικρή για τον ζωγράφο…». Ο Τζόρτζιο Μοράντι, έχοντας στο ενεργητικό του περισσότερο από μισό αιώνα δουλειάς με μοναδικό πεδίο έρευνας και εμβάθυνσης τη νεκρή φύση και το τοπίο, αναφωνεί με ενθουσιασμό: «Έχω νέες ιδέες!» Λίγο καιρό μετά θα ψελλίσει ετοιμοθάνατος: «Τι είναι η φύση στον κόσμο της όρασης, αυτό ήταν όλο…». Ο Πάουλ Κλέε συμβούλευε τον νεαρό σπουδαστή στη σχολή του Μπάουχαους: «Να ακολουθείς τους δρόμους της φυσικής δημιουργίας, την εξέλιξη και τη λειτουργία των μορφών. Αυτό είναι το καλύτερο σχολείο. Ξεκινώντας από τη φύση, θα φτάσεις κάποτε στις δικές σου μορφές. Ίσως μάλιστα κάποια μέρα θα μπορέσεις να γίνεις και εσύ σαν τη φύση, θα αρχίσεις να δημιουργείς.»

Το να ζωγραφίζει κανείς δεν μπορεί να συνδυαστεί με διλήμματα περί καλλιτεχνικών προθέσεων. Η ίδια η ουσία της ζωγραφικής είναι τόσο διευρυμένη που τα σκιάζει, υπερβαίνοντας οποιαδήποτε καλλιτεχνική πρόθεση. Από όλες, η μόνη που δεν κινδυνεύει να «εξαπατηθεί» είναι αυτή που προκύπτει από την ανάγκη για καρποφορία: η πρόθεση για αφοσιωμένη εργασία. Ακούμε συχνά καλλιτέχνες να επικαλούνται τις «μεταφυσικές» –ή όποιες άλλες– ιδιαιτερότητές τους, για τα καλά χωμένοι μέσα στο ζουρλομανδύα της τακτοποιημένης –πλην όμως περιορισμένης– αντίληψής τους. Όμως, η τέχνη δεν συμμορφώνεται με οριοθετήσεις. Εκείνο που διακηρύττουν τα κινήματα και τα μανιφέστα τους, δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου που είναι ορατή από τα πλήθη και εξυπηρετεί τις χονδροειδείς ανάγκες τους. Εκείνος που βλέπει κάτω από την επιφάνεια αναγνωρίζει σε κάθε τεχνούργημα πολλαπλή άντληση και πολυδιάστατη αναφορικότητα, που συχνά διαφεύγει σε μεγάλο βαθμό, ακόμα και από τη συνείδηση του δημιουργού του. Ο Αντονέν Αρτώ το έγραψε υπέροχα: «Η πιο μικρή πράξη αυθόρμητης δημιουργίας είναι ένας κόσμος πιο σύνθετος και πιο αποκαλυπτικός από οποιαδήποτε μεταφυσική». Αυτό το ίδιον της τέχνης να υπερβαίνει τη συνειδητότητά μας ξεφεύγοντας από τα όρια που πασχίζει να θέσει η κακομαθημένη σε κλειστά σχήματα αντίληψή μας, μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε ότι η τέχνη δεν εμπίπτει σε καμία φιλοσοφική θεώρηση και δεν υπαγορεύεται από καμία άποψη ή στάση ζωής, αλλά α π ο τ ε λ ε ί κεφαλαιώδη μεταφυσική και οφείλουμε να της αποδώσουμε αντίστοιχο δέος με εκείνο προς τη φύση.

Ας ξανάρθουμε στον Σεζάν. Στον πόλεμο δεν πήγε. Λιποτάκτησε χωρίς ίχνος ενοχής, παρασυρμένος από ένα αλλόκοτο είδος ανδρείας και θάρρους: απέναντι στη φύση. Εντούτοις, δεν πίστευε σε καμία επανάσταση, όπως η Ιστορία συνηθίζει να ονομάζει τις θορυβώδεις στιγμές της, της ζωγραφικής έναντι της φύσης. Αλλά και ποτέ δεν θέλησε να υποταχθεί αμαχητί σε αυτή. Ο λιποτάκτης στρατεύτηκε στη ζωγραφική. Στην ύπαιθρο της Προβηγκίας δίνονταν καθημερινές μάχες για τη λυτρωτική έκβαση ενός ακαθόριστου πολέμου. Ποιο ήταν το διακύβευμα; Η τέχνη; Η φύση; Η ομορφιά; Η αλήθεια; Ο Σεζάν δεν έβγαζε λέξη. Μόνο δούλευε. Στο εργαστήριο συνεχιζόταν η δουλειά με το πρόσχημα, αλλά και την ανάγκη, της μελέτης. Εκεί, στο ξύλινο τραπέζι, η φύση σιωπούσε. Τόσο βαθιά, που περνιόταν για νεκρή… Το πρωτοφανές που συνέβη στους πίνακες άργησαν όλοι να το αντιληφθούν και ο ίδιος δεν το συνειδητοποίησε ποτέ. Η θέληση και η βαθιά ταπεινοφροσύνη του Σεζάν, καλά κρυμμένη πίσω από τη βία της προσπάθειάς του, φαίνεται πως έπεισαν τη φύση να εμφανιστεί στην τέχνη για πρώτη φορά τόσο απροκάλυπτα.  Ωστόσο, ο Σεζάν τη σεβόταν σε βαθμό που αρνιόταν να την εξημερώσει μέσα σε λογικά συμπεράσματα. Οι στοχασμοί του κατέληγαν σε αδιέξοδα από τα οποία έβγαινε δουλεύοντας. Επέστρεφε με όλες του τις αισθήσεις μπροστά στον κόσμο και η απάντηση στην ερώτηση που τον βασάνιζε υπερβαίνοντάς τον ήταν η ζωγραφική. Ζωγράφιζε μόνος μέσα στη φύση σαν να μην ήταν μόνος. Μια υποψία παρουσίας και ανησυχίας στοίχειωνε την ατμόσφαιρά του λες και καθετί φυσικό, σε αναλογία με τον άνθρωπο, φέρει μια συνείδηση που το κάνει να πονά. Μόνος στη φύση, ζητούσε από τον εαυτό του να αποδώσει ένα αληθινό κομμάτι της, όχι έναν πίνακα. Κι εκείνη εμφανίστηκε στη ζωγραφική του δίκαιη ως προς το αίτημά του, δηλαδή άγρια, πλήρης μυστηρίου, αγέρωχη. Κι ενόσω η φύση ενέδιδε στις προσπάθειες του ζωγράφου, ο ίδιος αμφέβαλλε γι’ αυτές και για τον εαυτό του. Αποχωρούσε από το τοπίο «ηττημένος», αισθανόμενος δέος για τη φύση και αποκαλώντας την «τέλειο έργο».

Άραγε ο ίδιος ήθελε να κάνει «τέλεια έργα»; Είναι ομολογουμένως παράδοξο το ότι ενώ δεν μπορεί να νοηθεί τελειότητα στην τέχνη, καθότι αποτελεί προϊόν ατελών όντων, είναι απαραίτητο ένα όραμα τελειότητας σε κάθε καλλιτέχνη. Ας θυμηθούμε τον Βερμέερ. Μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι υπήρχε ένα τέτοιο όραμα στις φιλοδοξίες του; Αν θεωρήσουμε, όπως ο Σεζάν, ότι η φύση είναι τέλεια και συμφωνήσουμε ότι η τέχνη έλκεται από το τέλειο και στρέφεται προς αυτό, το συμπέρασμα είναι πως η τέχνη οφείλει να στραφεί προς τη φύση. Δικαίως δεν γίνεται εύκολα πιστευτό το ότι ο Σεζάν εργαζόταν με μέθοδο και λογική, παρότι πάσχιζε να τις εφαρμόσει και στηριζόταν σε αυτές. Διότι καμία μέθοδος δεν υπερέβη ποτέ τη σύγχυσή του. Οι αιφνίδιες κινήσεις του χεριού του προς την επιφάνεια του έργου ήταν περισσότερο εκκλήσεις προς τη φύση, παρά εφαρμογή κάποιου κανόνα. Το σχέδιο του Σεζάν –περισσότερο μυστηριακό από ό,τι λογικό– είναι εκρηκτικό αλλά και εύρυθμο, διακεκομμένο αλλά συνεχές ακόμα και όταν η κίνηση του πινέλου παύει. Αυτή η αδιόρατα σύνθετη διαδικασία καλεί την επιστήμη, το σχέδιο και εν τέλει τον άνθρωπο να οπισθοχωρήσει κατά ένα βήμα. Ένα βήμα πίσω, το βήμα του ζωγράφου για να εποπτεύσει το έργο του· αυθόρμητο και πάντα τυφλό. Διότι πίσω του είναι το ασφαλές έδαφος του κόσμου, του εργαστηρίου, της λογικής.

Το παράδειγμα του Σεζάν αποβαίνει παρηγορητικό αλλά πρωτίστως ενθαρρυντικό. Διδάσκει στον καλλιτέχνη την αφοσίωση, όμως τον απαλλάσσει από την ευθύνη για απόλυτη διασαφήνιση και εντελή εκλογίκευση των προθέσεών του. Όταν εργάζεται οφείλει να διοχετεύει τις αισθήσεις του, χωρίς καθόλου περίσσευμα, στην εργασία του. Και λαμβάνοντας απόσταση, για να  δ ε ι  το εν τη γενέσει έργο του, δίνει το μέτρο και τον ρυθμό στη μέθεξή του με τη φύση. Δεν υπάρχει αυθεντικό έργο τέχνης που να μην ενσωματώνει, έστω και σπερματικά, αυτό το μοτίβο, που στην περίπτωση του Σεζάν πήρε τραγικές διαστάσεις, τις διαστάσεις μοναδικού σκοπού της ζωής του. Η διαρκής αυτή κίνηση του σώματος αλλά και της ψυχής του καλλιτέχνη, από τη θέση της εποπτείας στην κατάσταση της συμμετοχής και αντιστρόφως, θα επιβεβαιώνει πάντα το Σεζάν και τη σοφή του ρήση: «Τέχνη είναι ο άνθρωπος προστιθέμενος στη φύση».

Κώστας Σιαφάκας


* Το παρόν δοκίμιο του Κώστα Σιαφάκα δημοσιεύθηκε στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού Νέα Ευθύνη, το Μάιο του 2011.

 

Αν το καθετί έχει μια μορφή κι ένα βάθος, η ζωγραφική είναι το είδος της ποίησης που τα συνενώνει.
Και ακόμα ο λυτρωτικός τόπος όπου η σιωπή συγκρατεί ακέραιο τον ψίθυρο της φύσης, δηλαδή τον πλήρη λόγο.

Κώστας Σιαφάκας

Ο φίλος μου ο Κώστας
είναι ένας ζωγράφος σοβαρός·
κουρεύει τη ζωγραφική του σε κουρείο
κι όχι σε κομμωτήριο.
Είναι ένας ζωγράφος στοργικός·
απλώνει στάχτη και φυτρώνουν γεράνια.
Είναι ένας ζωγράφος τρυφερός·
θα του πόζαρε άφοβα κι ένα σπουργίτι.
Είναι ένας ζωγράφος αισιόδοξος·
χορεύει και ας φοράει πένθος.
Αλέκος Κυραρίνης


Παρατηρεί τα πράγματα σαν μέσα από μια πελώρια κλειδαρότρυπα. Κι έτσι το έργο του αποκτά ένα φαινομενικά ή πιθανόν αντιφατικό χαρακτηριστικό: ευγνωμοσύνη και θάμβος μπροστά στο ευτελές κι εγγύτατο.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποδίδει ρεαλιστικά το Μυστήριο, αλλά έτσι θα ταυτολογούσε. Ότι τα στοιχεία του σύμπαντός του ακινητούν, ότι το πλούσιο φως του θλίβει κάπως, ότι δεν φυσά, ότι ξυπνάμε στο πατρικό του υπνοβάτη. Μεταφυσικός ρωπογράφος, δηλαδή, της ιδιοσυγκρασίας ενός Cézanne η ενός Morandi.

Διότι δεν συγκεκριμενοποιεί –είπαμε– παρά το Αίνιγμα, όπως το ένιωσε εκείνος· το Αίνιγμα, με τα χρώματά Του, την αόρατη σαφήνεια των περιγραμμάτων, τους τόνους, τους όγκους, τα βάθη· το Αίνιγμα, που είναι ό,τι πιο οικείο και ανοίκειο, ό,τι πιο συγκεκριμένο και αφηρημένο μαζί. Ζωγραφικό και αζωγράφιστο. Ό,τι πιο υπάρχον.

Παρατηρεί χωρίς την παραμικρή προτίμηση για τίποτε, αλλά με σεβασμό και λαχτάρα για όλα εξίσου: πρόσωπα, κεραμοσκεπές, ουρανό, αρμυρίκια, φλιτζάνια, κρεβατοκάμαρες, ίσκιους, κουρασμένες καρέκλες, τοίχους, γάτες, τραπεζομάντιλα, κρεμμύδια, παράθυρα, μήλα, θάλασσα, κορμιά δέντρων. Και –παρότι δεν φαίνεται– με τη συστολή μικρού, σοβαρού παιδιού.

Όμως, αυτή η παρατηρητικότητα είναι σίγουρα συνέπεια κάποιου υπαρξιακού τραύματος και η ευλάβεια, θα έλεγε κανείς, πνευματικός μηχανισμός άμυνας. Ίσως τελικά η ηδονοβλεψία του καλλιτέχνη να οφείλεται στο ότι βλέπει τον κόσμο γυμνό.

Με το αριστερό του χέρι όλα αυτά και χαμογελώντας.

Κώστας Βραχνός

 

* Κείμενα από τον κατάλογο της ατομικής έκθεσης του Κώστα Σιαφάκα στη γκαλερί Έκφραση-Γιάννα Γραμματοπούλου το 2006.

Subscribe To Our Newsletter

Join our mailing list to receive our latest news and updates.

You have Successfully Subscribed!