Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με καθηγητή τον Νίκο Κεσσανλή και πεμπτοετής το 1996 παρουσίασε στη Gallery Artio την πρώτη ατομική του έκθεση η οποία αφορούσε μία ''εγκατάσταση'' από απειράριθμα σπιρτόκουτα που είχε κονστρουκτιβιστικό χαρακτήρα με στοιχεία arte povera. Στις δύο ατομικές εκθέσεις που ακολούθησαν, εμπλούτισε νοηματικά και προεξέτεινε σημασιολογικά τον προβληματισμό του παρουσιάζοντας έργα-κατασκευές με δομικό υλικό το τσιγάρο και έργα με επικολλημένα πολύχρωμα collage και αντικείμενα. Το 2006 αποφασίζει να κάνει στροφή στη δουλειά του και περνάει στη ''ζωγραφική πινέλου'' διατηρώντας τους μινιμαλιστικούς χειρισμούς της γραφής στις συνθέσεις του. Με σχεδιομορφές και μοτίβα που ποικίλουν, με πλακάτα χρώματα κι αλλού πινελιές που θυμίζουν τεχνικές της χαρακτικής, συνδυάζει και μεταπλάθει στοιχεία αντλημένα από την αρχαία ζωγραφική (των ληκύθων, αλλά και των Πομπηιανών τοιχογραφιών), από την στρωματογραφία της βυζαντινής εικόνας, από το θέατρο σκιών, από την ζωγραφική του Matisse, του Cezanne, του Dufy, του Chagall, αλλά και των ιαπωνέζικων estampes αποκαλύπτοντας μια μετουσιωτική νέα και προσωπικά δική του ''Ονείρων Πόλη''.

Έχει λάβει μέρος σε πληθώρα σημαντικών ομαδικών εκθέσεων, δημοπρασίες, εικαστικές δραστηριότητες. Έργα του βρίσκονται σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές: Δημοτική Πινακοθήκη Πατρών, Δημοτική Πινακοθήκη Καλαμάτας, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας, Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, εταιρία Heineken, Μουσείο Κοπελούζου, Μουσείο Βορρέ, Συλλογή Σωτήρη Φέλιου, συλλογή Αμερικανού σκηνοθέτη Oliver Stone, Συλλογή Λογοθέτη, Συλλογή Δράκου, Συλλογή Καρέλια κ.α. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ατομικές Εκθέσεις

  • 2011 Cube Gallery, Πάτρα
  • 2011 Μελάνυθρος, Αθήνα
  • 2009 Astrolavos, Αθήνα
  • 2006 Titanium Gallery, Αθήνα
  • 2000 Zoumboulakis Galleries, Αθήνα

Η πολυώνυμη εικόνα

Στην πρόσφατη ενότητα των ζωγραφικών του έργων, ο Ηλίας Παπανικολάου σχεδιογραφεί και χρωµατίζει τις αρθρώσεις µιας απέριττα εµφανιζόµενης, αλλά πολυώνυµης εικόνας, που συναρµόζει διαλεκτικά τις αντιπαραθέσεις της και συντονίζει ρυθµικά τις παραλογές της, όπως αυτές λειτουργούν στα δηµοτικά τραγούδια. Με την λεπταισθησία του «είναι» των πραγµάτων και µέσα από τις ριπές ενός ελαφρού ανέµου ή κάποιας αύρας µεσογειακής, τα τοπία του ζωγράφου απεικάζουν θέσεις και πράξεις, ενέργειες και καταστάσεις ενός σκηνικού που απαρτίζεται από στιγµές ζωής. Μιας ζωής, που συγχρωτίζει τις ψηφίδες της, αποτελούµενες από οπτικές προσλαµβάνουσες και ταυτοχρόνως υποψίες του ορατού, διαµορφώνοντας µια αφηγηµατική πλοκή, που «γράφει» τα ερωτηµατικά και τα αποσιωπητικά της ανάµεσα στο φως και στο σκοτάδι, στις εγγύτητες και στις αποστάσεις, στις νοσταλγίες και στην ρέµβη, στις µετέωρες κινήσεις και στις απροσδόκητες στάσεις µιας σειράς όψεων του βίου και περιστατικών, που συνήθως λανθάνουν κι από αυτό ακόµα το εφήµερο.

Με σχεδιοµορφές και µοτίβα που ποικίλουν, µε πλακάτα χρώµατα κι αλλού πινελιές που θυµίζουν τεχνικές της χαρακτικής, ο Ηλίας Παπανικολάου µορφοποιεί σαν ιδεογράµµατα σχεδόν τα σχήµατά του, στήνοντας προγεφυρώµατα ανάµεσα στους εξωτερικούς χώρους και στα εσωτερικά των σπιτιών κάποιων δικών του παραθαλάσσιων πολιτειών. Στα ξέφωτά τους, κατά τις ώρες του θέρους ή το εσπέρας, µορφοποιούνται κορµοί δέντρων µε ενσωµατωµένη την αντιδιαστολή στην αυθαιρεσία ζωής που υπάρχει στις ρίζες τους. Τα κλαδιά των φυλλωµάτων µετατρέπονται σε µετωνυµίες των διακλαδώσεων µιας ξαφνικής αστραπής και τα ταξίδια των νεφελωµάτων του ουρανού θαρρείς και απαντούν ρυθµικά στα δροµολόγια των κυµάτων της θάλασσας, εκεί όπου ένα µακρινό πλεούµενο µεταµορφώνεται σε νησί και µια βάρκα µετουσιώνεται σε έναν ενάλιο χαρταετό ή σε κάποιο ξεχασµένο πέδιλο στην παραλία. Από την άλλη πλευρά, οι διαβαθµίσεις των χρωµατικών τόνων και τα περάσµατα της µιας επιφάνειας στην άλλη, σαν επάλληλες και φωταυγείς ταινίες που αφήνουν διάφανα τα υποστρώµατά τους, διαµορφώνουν ένα παιχνίδι εικονισµού σ’ αυτά τα έργα, όπου οι φιγούρες - σαν ηµίτοµα σχήµατα - επιδοτούν τις συµβιωτικές αντιφάσεις χρόνων και τόπων, επιµερισµών και αλληλουχίας, χωρίς να αίρεται η συνισταµένη των συντονιζόµενων αυτονοµιών τους.

Το σχέδιο εννοιοδοτεί το χρώµα και η ελλειπτική αφαίρεση την ποιητική πνοή αυτών των έργων, στα οποία πρωτοστατεί η συνύπαρξη µε ταυτόχρονη την υπονόµευση ή την αναίρεση που δηµιουργεί ο καλλιτέχνης ανάµεσα στις δύο και στις τρεις διαστάσεις των µορφών και του πεδίου απεικόνισης. Είναι άραγε οι φιγούρες, ιχνοθεσίες επί χάρτου; Είναι εντυπώµατα; Απολιθώµατα; Είναι ή γίνονται οι µορφές ιδεογράµµατα της ογκοπλασίας τους, καθώς µάλιστα συνδυάζουν την απτότητα µε την οπτική τους αληθοφάνεια; Πόσο είναι ασφαλής αυτή η αληθοφάνεια, όταν η εγγύτητα εναλλάσσεται την ίδια στιγµή µε την απόσταση κι όταν ο καλλιτέχνης άλλοτε υψώνει τον ορίζοντα και πότε τον χαµηλώνει στην ίδια συνήθως εικαστική σύνθεση;

Το βλέµµα του θεατή, µε την αύρα που ελκύεται από κάθε έργο και έλκει την διάθεσή του να αγγίξει και να αµφισβητήσει, να νοσταλγήσει και να διερωτηθεί, µετουσιώνεται θαρρείς στην αβρότητα µιας χειρονοµίας αναψηλάφησης και παρείσφρησης στα µύχια της εικόνας, στα παρελκόµενα και στα παραλειπόµενά της. Κατοπτεύει τα προκείµενα και άλλοτε τα αντικρίζει µέσα από την παράδοξη µετωπικότητά τους, ερχόµενος ο θεατής σε επαφή µε την συνεκτικότητα µιας ασυνέχειας που παρουσιάζουν τα τεκταινόµενα επεισόδια, όπως εκείνα που εµφανίζει στην φυσική επιστήµη η κυµατική ροή. Άλλωστε αυτή είναι που γεννά την διάθεση να ενεργοποιεί ο θεατής όλες του τις αισθήσεις, απασφαλίζοντας από την άλλη πλευρά κάθε εκλογικευµένη του βεβαιότητα.

Ο Ηλίας Παπανικολάου, εκτός της εικαστικής διαλεκτικής που αναπτύσσει µε τους διάφορους τύπους και τρόπους της προοπτικής, εκτός επίσης της περιεκτικής και υποβλητικής ελλειπτικότητας των σχεδιοµορφών του και της ιδιαιτερότητας χειρισµού των χρωµάτων του, συνδυάζει και µεταπλάθει στοιχεία αντληµένα από την αρχαία ζωγραφική (των ληκύθων, αλλά και των Ποµπηιανών τοιχογραφιών), από την στρωµατογραφία της βυζαντινής εικόνας, από το θέατρο σκιών, από την ζωγραφική του Matisse, του Cezanne, του Dufy, του Chagall, αλλά και των γιαπωνέζικων estampes, αποκαλύπτοντας µια µετουσιωτική νέα και προσωπικά δική του «Ονείρων Πόλη». Μια πόλη αστική και παραθαλάσσια, µυθική και καθηµερινή, µε εσωτερικευµένα τα συγκρουσιακά της στοιχεία, τις ποικιλοµορφίες και τα ρυθµικά της σχήµατα να συντονίζονται στην επιφάνεια καθώς θάλλουν µε απροσδόκητη ευφροσύνη.

Αυτή η πόλη ως τοπίο και το τοπίο ως σωµατοποίηση µιας ψυχοδυναµικής πολιτείας, αιγλοβολεί τα µουσικά σχεδόν σηµαδόφωνά της, καθώς η µια «ιστορία» της περνά µέσα στην άλλη, σ’ ένα χρονολόγιο ανοχύρωτων εκδοχών. Η ίδια εντέλει η αφηγηµατική πλοκή, είναι εκείνη που σ’ αυτά τα έργα, κατοπτρίζει τις νοσταλγίες και τις προσδοκίες του θεατή, λύνοντας και την ίδια στιγµή δένοντας τους αρµούς των δικτυώσεών της, χωρίς να καθηλώνεται σε κανέναν ρεαλιστικό προσδιορισµό, αφ’ ης στιγµής η κάθε εικόνα λειτουργεί φαντασιωτικά. Στην θέση των προσδιορισµών, ο ζωγράφος αφήνει να αναβλύζει η γοητεία του πιθανού. Εκείνου που παρήλθε κι αυτού που µέλλεται, όπως θα µπορούσε να συµβεί σε έναν υποθετικό συγκερασµό του παρακείµενου µε τον υπερσυντέλικο, σε χρόνο όµως παρουσίας κάποιου ενεστώτα, που εκφέρεται µέσα από ένα κρυµµένο ή αιωρούµενο επιφώνηµα. Αυτού του είδους η ζωγραφική άλλωστε, απεικονίζει τους καταλυτικούς τρόπους για να εκκολαφθεί από την εικόνα και τις διάφορες εικασίες της πραγµατικότητας, τι άλλο, παρά ένα σύνθετο κι ίσως αντιφατικό επιφώνηµα λαχτάρας κα δέους, σαν εκείνο που µπορεί κανείς να αισθανθεί όχι στο νήµα της στάθµης, αλλά στην ίδια την ταλάντωση του εκκρεµούς, πριν απ’ το σηµείο της ακινησίας του.

 

Αθηνά Σχινά
 Κριτικός & Ιστορικός Τέχνης

Subscribe To Our Newsletter

Join our mailing list to receive our latest news and updates.

You have Successfully Subscribed!