Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958 και φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1977-1982), όπου σπούδασε ζωγραφική με τον Παναγιώτη Τέτση και ψηφιδωτό με τον Γιάννη Κολέφα. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κίνα (Ακαδημία Καλών Τεχνών της Hangzhou, 1983-1985) με κρατική υποτροφία, ειδικευόμενη στις τεχνικές της παραδοσιακής κινεζικής ζωγραφικής και στην καλλιγραφία. Η πρώτη της ατομική έκθεση πραγματοποιήθηκε στο Πεκίνο (1986, Beijing Artists’ Gallery). Παράλληλα με τη ζωγραφική εικονογραφεί εκδόσεις και σχεδιάζει εξώφυλλα βιβλίων. Από το 1985 μέχρι σήμερα έχει λάβει μέρος σε σημαντικό αριθμό ομαδικών εκθέσεων στην Ελλάδα, στο Βέλγιο, στη Βουλγαρία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στο Λουξεμβούργο, στη Σουηδία, στην Πορτογαλία, στην Αίγυπτο, στην Ινδία, στην Κίνα, κ.α.

 

Ατομικές Εκθέσεις

  • 2016 Γκαλερί Σκουφά, Αθήνα
  • 2014 Alpha C.K. Art Gallery, Λευκωσία
  • 2013 Αίθουσα Τέχνης Τεχνοχώρος, Αθήνα
  • 2013 Γκαλερί TinT, Θεσσαλονίκη
  • 2013 Αίθουσα Τέχνης Οιωνός, Καρδίτσα
  • 2011 Γκαλερί TinT, Θεσσαλονίκη
  • 2010 Galerie Theorema, Βρυξέλλες
  • 2009 Galerie Aliquando, Παρίσι
  • 2008 Φεστιβάλ Festam,Τουλούζη
  • 2007 Γκαλερί TinT, Θεσσαλονίκη
  • 2007 Galerie Aliquando,Παρίσι
  • 2007 Αίθουσα Τέχνης Οιωνός, Καρδίτσα
  • 2006 Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα
  • 2003 Γκαλερί TinT, Θεσσαλονίκη
  • 2002 Αίθουσα Τέχνης Μυλωνογιάννη, Χανιά
  • 2002 Χώρος Τέχνης Αριάδνη, Ηράκλειο, Κρήτη
  • 2000 Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα
  • 2000 Γκαλερί TinT, Θεσσαλονίκη
  • 1997 Αίθουσα Τέχνης Τερρακόττα, Θεσσαλονίκη
  • 1996 Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα
  • 1995 Αίθουσα Τέχνης Τερρακόττα, Θεσσαλονίκη
  • 1995 Χώρος Τέχνης Αριάδνη, Ηράκλειο, Κρήτη
  • 1995 Αίθουσα Τέχνης Μυλωνογιάννη, Χανιά
  • 1992 Γκαλερί Αστρολάβος, Πειραιάς
  • 1992 Χώρος Τέχνης Αριάδνη, Ηράκλειο, Κρήτη
  • 1991 Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα
  • 1990 Αίθουσα Τέχνης Μυλωνογιάννη, Χανιά
  • 1989 Γκαλερί Χρυσόθεμις, Αθήνα
  • 1987 Γκαλερί Νέες Μορφές, Αθήνα
  • 1986 Beijing Artists’ Gallery, Beijing

Η σχεδία της ζωγραφικής

 

Η απόπειρα ενός καλλιτέχνη να αναφερθεί μέσα από τα έργα του στην τραγικότητα μιας επώδυνης επικαιρότητας ενέχει πολλούς κινδύνους. Μεγαλύτερος από όλους δεν είναι να θεωρηθεί το εγχείρημά του μέσο εκμετάλλευσης της σχετικής δημοσιότητας, αλλά η τυχόν αδυναμία του να μεταμορφώσει το πραγματικό γεγονός, στο οποίο αναφέρεται, σε αυτόφωτο καλλιτεχνικό δημιούργημα.

Η εμβληματική πλέον εικόνα των προσφύγων στις λέμβους, το ανθρώπινο σύμπλεγμα που αιωρείται στο έλεος του νερού, στάθηκε η οδυνηρή αφορμή της πραγματικότητας για τη δημιουργία των τωρινών έργων της Μαρίας Γιαννακάκη, από το περασμένο καλοκαίρι μέχρι σήμερα.

Τη ζωγραφική συμπαράσταση η Γιαννακάκη τη βρήκε σε δύο μνημειακά έργα που πραγματεύτηκαν τον 19ο αιώνα το ίδιο θέμα, την απόγνωση των ανθρώπων στη θάλασσα: Η Σχεδία της Μέδουσας (1819) του Ζερικώ και Το ναυάγιο του Δον Ζουάν (1840) από τον Ντελακρουά. Το έργο του Ζερικώ απεικονίζει τη σχεδία με τους ναυαγούς της φρεγάτας «Μέδουσα» που βυθίστηκε στις ακτές της Σενεγάλης το 1816: oι διαγώνιοι των κορμιών και των σχοινιών σχηματίζουν ένα τρίγωνο συνθετικής αγωνίας, το οποίο κορυφώνεται στη μοναδική μορφή που γνέθει όρθια προς ένα μακρινό περαστικό πλοίο. Το έργο του Ντελακρουά, με σαφείς αναφορές στον προγενέστερο πίνακα του Ζερικώ, αφορά το ναυάγιο του Δον Ζουάν και των συντρόφων του, εμπνευσμένο από το ομώνυμο ποίημα του Λόρδου Βύρωνα: η σχεδόν παράλληλη θέση της βάρκας με τον ορίζοντα μοιάζει να ξεβράζει προς το μέρος μας τους ναυαγούς τη στιγμή του κλήρου που θα δείξει ποιος θα γίνει βορά των συντρόφων του, δημιουργώντας την αίσθηση μιας αδιέξοδης στασιμότητας.

Ανάμεσα στους δύο αυτούς πίνακες πλανώνται με τρόπο δραματικό η ελπίδα της διάσωσης και η εγκατάλειψη της ανθρώπινης μορφής στο άγνωστο – το ίδιο εκκρεμές στο οποίο τοποθέτησε και η Γιαννακάκη το σύνολο της τωρινής δουλειάς της. Αποδίδοντας ζωγραφικό φόρο τιμής στους δύο μεγάλους του παρελθόντος, τιμά μέσα από το δικό της ζωγραφικό ιδίωμα εκείνους που βρίσκονται σήμερα αβοήθητοι στο νερό. Υπό το λογοπαίγνιο του τίτλου της έκθεσης, mare nοstrum-mare monstrum, τα έργα της Γιαννακάκη αφορούν την αποτρόπαια πραγματικότητα της Μεσογείου που δεν αποτελεί πια μια κοινή, μεγάλη αγκαλιά.

Η γνωστή αγάπη της Γιαννακάκη για την ανατολική αίσθηση του γραφισμού στο χαρτί και στο ρυζόχαρτο, μαζί με τη δυτική ένταση της αυτονομίας του χρώματος, δημιουργούν σύνολα σφιχτοδεμένων ανθρώπινων μορφών που αιωρούνται με εμπιστοσύνη σε θάλασσες εγκατάλειψης από πρωσικό μπλε. Ο αποκομμένος χώρος και η απουσία συγκεκριμένου χρόνου στη ζωγραφική της αποτελούν εδώ το φυσικό πεδίο στο οποίο πρωταγωνιστούν και πάλι τα παιδιά, βασικό στοιχείο της εικονογραφίας της Γιαννακάκη. Με σωσίβια από φανταχτερό κόκκινο, οι παιδικές μορφές κατορθώνουν να επιβιώσουν από το αδυσώπητο νερό που σχηματίζουν κυματισμοί σινοϊαπωνικής προέλευσης και τυλίγονται σε αλουμινοκουβέρτες από φύλλο χρυσού – πολύτιμες εικόνες μικρών αγίων.

Η Γιαννακάκη ζωγραφίζει διχασμένη ανάμεσα στην αυτάρκεια του σχεδίου και την εκφραστικότητα του χρώματος που τη μαγεύει. Επιφυλάσσει την ακρίβεια του ρεαλισμού για τα πρόσωπα των μορφών της, που προβάλλουν μέσα από αύρες ανεικονικής ζωγραφικότητας, ενώ, κάποιες φορές, διάφανες φιγούρες από αέρινες γραμμές δίπλα σε γεμάτες μορφές μοιάζουν με αλλόκοσμους παραστάτες τους. Οι εκρήξεις του μελανιού και οι πιτσιλιές της ακουαρέλας δεν «σημαίνουν», όμως σηματοδοτούν με τη συμπεριφορά τους τη ζωγραφική ένταση της εικόνας, η οποία ταυτίζεται εδώ με το φοβερό περιεχόμενό της. Ανθρώπινα κεφάλια γερμένα πίσω, στόματα μισάνοιχτα, μορφές που στρέφονται στον ουρανό, ζωγραφίζονται με εξαίσια χρώματα και ανέμελα σχέδια πάνω σε μεταξωτές στόφες και χειροποίητα χαρτιά, που ντύνουν βαρύτιμο το δράμα που αποτυπώνουν. Γεννιέται έτσι η ένταση ενός ποιητικού παράδοξου που διαπνέει τα έργα αυτά – η ομορφιά που αντιμάχεται το αντικείμενό της. Οι εικόνες της «Mare Monstrum» εναντιώνονται στην τραγικότητα του θέματος που πραγματεύονται αφιερώνοντας στον ανθρώπινο πόνο τη ζωγραφική ομορφιά.

Η Γιαννακάκη δεν αφηγείται – περιγράφει. Κι αυτό είναι μια ιδιότητα της φωτογραφίας, από την οποία αντλεί συνειδητά τον αποσπασματικό χαρακτήρα των έργων της, που μοιάζει να αποτελούνται από σκόρπιες μνήμες ονείρων. Η ερειπιώδης προσέγγιση της εικόνας που αναγνώρισε στη σινοϊαπωνική ζωγραφική συμπορεύεται στη δουλειά της με την αισθητική του ημιτελούς: οι συνθέσεις της συλλαμβάνονται και εκτελούνται τοπικά, από τον σχηματισμό ενός προσώπου και τον επεκτατισμό μιας κηλίδας χρώματος. Έτσι ενισχύεται η κυριαρχία του κενού στην επιφάνεια του έργου και αναδεικνύεται αναπάντεχα ό,τι κατορθώνει να επιβιώσει. Καταρρακωμένα σώματα ανυψώνονται φωτισμένα από ψηλά και περιγράμματα βασανισμένων μορφών γίνονται γλυπτά αξεχώριστων ανθρώπινων βράχων πάνω στον άδειο θαλασσινό ορίζοντα. Αποδίδεται εδώ μια μεγαλειώδης μνημειακότητα, η οποία εντούτοις αυτοαναιρείται μπροστά στην όψη ενός ημίγυμνου παιδικού κορμού που θρηνείται από το παραλήρημα γραμμών και χρωμάτων ενός ζωγραφικού βυθού.

Τα τωρινά έργα της Μαρίας Γιαννακάκη δεν συνιστούν μια πολιτική ή ανθρωπιστική δήλωση αλλά μια βαθιά ζωγραφική πράξη, η οποία έχει τη δύναμη να συνταράξει εντός του ζωγραφικού μέσου –με συγκίνηση αισθητική, όχι συναισθηματική– τον τρόπο με τον οποίο έχουμε συνηθίσει στη θέα των προσφύγων στη θάλασσα.

Η Γιαννακάκη δεν συγκρούεται – συμπονά. Με όπλο, το μοναδικό της όπλο, μια αυτόνομη καλλιτεχνική πρόταση. Τα έργα στη «Mare Monstrum» κατορθώνουν να διασώζουν το μεγαλείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μέσα από την εικόνα μιας απάνθρωπης πραγματικότητας. Η σχεδία της Μαρίας είναι η ζωγραφική της.

Ελισάβετ Πλέσσα

 

* Από τον κατάλογο της ατομικής έκθεσης Mare Monstrum που πραγματοποιήθηκε στην Γκαλερί Σκουφά το 2016.

Subscribe To Our Newsletter

Join our mailing list to receive our latest news and updates.

You have Successfully Subscribed!