Γεννήθηκε το 1964 στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι στην École nationale superieure des Beaux-Arts με δάσκαλο τον Leonardo Cremonini, κατά την περίοδο 1984-1988. Στην ίδια σχολή έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη λιθογραφία με δάσκαλο τον Αbraham Hadad με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης (1988-1989). Έργα της βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας, στη Βουλή των Ελλήνων και σε ιδιω­τικά μουσεία και συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ατομικές Εκθέσεις

  • 2013 Instict for WaterBelgravia Gallery, Λονδίνο
  • 2011 Νερό, Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 2009 Αναδρομική Έκθεση "Ερμουπόλεια", Πινακοθήκη Κυκλάδων, Σύρος
  • 2006 Γκαλερί K, Λονδίνο
  • 2006 Γκαλερί Millenia Fine Art, στο Time Warner, Νέα Υόρκη
  • 2005 Γκαλερί Ariel Sibony, Παρίσι
  • 2002 Οι κολυμβητές, Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 2001 Γκαλερί Μάτι, Κατερίνη
  • 2000 Γκαλερί Τζάμια-Κρύσταλλα, Χανιά
  • 1999 Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 1999 Ημερολόγιο 1999 του Ομίλου Εταιριών Ηρακλής, Δήμος Αθηνών, Αθήνα
  • 1998 Γκαλερί Τερρακόττα, Θεσσαλονική
  • 1997 Γκαλερί Flak, Παρίσι
  • 1996 Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 1994 Γκαλερί Τερρακοττα, Θεσσαλονίκη
  • 1993 Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 1991 Γκαλερί Eonnet-Dupuy, Παρίσι
  • 1990 Γκαλερί Ωρα, Αθήνα

Ομαδικές Εκθέσεις

  • 2013 Η γενιά του ’80 - Σύγχρονη Ελληνική Ζωγραφική από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου, Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου - Παράρτημα Σπάρτης (Κουμαντάρειος Πινακοθήκη), Σπάρτη
  • 2012 Ellenico Plurale – Dipinti dalla Collezione Sotiris Felios, Complesso del Vittoriano, Ρώμη (επιμέλεια: Giuliano Serafini)
  • 2012 The Art of Sport, OLYMPIAD 2012, Belgravia Gallery, Λονδίνο
  • 2012 The Other Greece, υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη, Kouros Gallery, Νέα Υόρκη
  • 2012 Μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Έργα από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου, Κέντρο Τέχνης Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο, Βόλος (επιμέλεια: Ειρήνη Οράτη)
  • 2011 Körpez-topoi / Σώματα-τόποι: από την συλλογή του Αντώνη και της Άζιας Χατζηιωάννου, Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού - Παράρτημα Βερολίνου (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2011 Άνοιξη 2011, Παλαιοντολογικό Ιστορικό Μουσείο Πτολεμαΐδας (επιμέλεια: Τατιάνα Σπινάρη)
  • 2011 Θαλάσσιοι τόποι, Ερμουπόλεια, Σύρος (επιμέλεια: Γιώργος Αλτουβάς)
  • 2011 Natura 2011, Ίδρυμα Ευγενίδου, Αθήνα (επιμέλεια: Αθηνά Σχινά)
  • 2010 Ο Ιωάννης Γεννάδειος και ο κόσμος του, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα
  • 2010 Kouros Gallery | Accrochage, Νέα Υόρκη
  • 2010 Ιχνηλατώντας την Κωνσταντινούπολη, Γκάζι, Αθήνα (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2010 Γαία αίθουσα Τεχνών, έκθεση Θάλασσες (επιμέλεια: Ευριδίκη Τρισόν Μιλσανή), Αθήνα
  • 2010 Αποδομώντας τον καμβά, επινοώντας την εικόνα, έργα συλλογή Αντώνη και Άζια Χατζηιωάννου, Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, δήμος Θεσσαλονίκης (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2010 Γυμνή αλήθεια, Μουσείο Φρυσίρα, Αθήνα (επιμέλεια: Χριστίνα Σωτηροπούλου)
  • 2010 Art London, Ariel Sibony, Λονδίνο
  • 2010 Ανθρώπινα Μέτρα, Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα Μερκούρη», Δήμος Αθηναίων (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2009 Η νεοελληνική τοπιογραφία από τον 18ο εως τον 21ο αιώνα, όραμα, εμπειρία και ανάπλαση του χώρου. Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών Β. & Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα (επιμέλεια: Χάρης Καμπουρίδης)
  • 2009 Greek Colour, Υπουργείο Τουρισμού, Sotheby’s, Λονδίνο (οργ.-επιμέλεια: Μαρίζα Καλογεροπούλου-Φασιανού
  • 2009 4 Εποχές, Art Expertise, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα
  • 2009 Ambassadors of Contemporary Greek Art, Υπουργείο Τουρισμού, Μελβούρνη, Αυστραλία (οργάνωση: Αλεξάνδρα Γκίκα, επιμέλεια: Χάρης Καμπουρίδης)
  • 2008 Καλλιτεχνική καινοτομία, Σημειολογία των όρων της στη νέα εποχή, Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη (επιμέλεια: Χάρης Καμπουρίδης, οργάνωση: Γιάννης Μπόλλης)
  • 2008 Millenia Fine Art, Time Warner Center, Νέα Υόρκη
  • 2008 Εxperience Greece; Travel Through on enchanted landscape, Υπουργείο Tουρισμού, Ελληνικό Σπίτι, Πεκίνο
  • 2008 Η τέχνη στην πρώτη σελίδα, Athens Voice, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.
  • Hearts in Athens, Αθήνα
  • 2008 Προστασία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων
  • 2008 Σκιαγραφώντας τον Διονύσιο Σολωμό, Μεσολόγγι, Βενετία, Αθήνα (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2008 Greek Art Today, Belgravia Gallery, Λονδίνο (οργάνωση Γιώργος Σταθόπουλος)
  • 2008 Καλοκαίρι 2008, Γκαλερί Citronne, Πόρος (επιμέλεια-οργάνωση Τατιάνα Σπινάρη-Πολλάλη)
  • 2008 Καλοκαίρι 2008, Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 2007 Millenia Fine Art, Νέα Υόρκη
  • 2007 Art  London, Γκαλερί Ariel Sibony, Λονδίνο
  • 2007 Νέα αποκτήματα, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα
  • 2007 Greek Art Today, Belgravia Gallery, Λονδίνο
  • 2007 ΑΓΕΤ Ηρακλής, Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων, Ιωάννινα
  • 2007 Όψεις της μορφής, σημάνσεις του τοπίου, Έλληνες ζωγράφοι από τη συλλογή Αντώνη και Άζιας Χατζηιωάννου, Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων, Χανιά (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2007 ’Ηταν κάποτε η Πηνελόπη Δέλτα», Κολλέγιο Αθηνών (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2007 Greek Art Today, Belgravia Gallery, Λονδίνο (οργάνωση: Γιώργος Σταθόπουλος)
  • 2007 Αναπλάθοντας τον ανοικτό χώρο, Γκαλερί Άτριον, Θεσσαλονίκη (επιμέλεια: Χάρης Καμπουρίδης)
  • 2007 Γενέθλιος τόπος, Alpha Trust, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2006 Art Miami, Γκαλερί Ariel Sibony, Μαϊάμι, ΗΠΑ
  • 2006 Art London, Γκαλερί Ariel Sibony, Λονδίνο
  • 2006 Reflections from Greece, Contemporary art from Greece, The National Arts Club, Νέα Υόρκη (οργάνωση: Γιώργος Σταθόπουλος)
  • 2006 Cow Parade, Αθήνα
  • 2006 Τα Νέα, «ημερολόγιο 2006, 12 μήνες, 12 ζωγράφοι», Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 2005 Μικρές Ζωγραφιές, Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 2005 Art Miami, Γκαλερί Ariel Sibony, Μαϊάμι, ΗΠΑ
  • 2005 Art London, Γκαλερί Ariel Sibony, Λονδίνο
  • 2005 In arte veritas, Ιδρυμα Πέτρος και Μαρίκα Κυδωνιέως, Άνδρος (επιμέλεια: Αθηνά Σχινά)
  • 2005 Όραμα και άγγιγμα, δύο αλληλοσυμπληρούμενες αισθήσεις στη σύγχρονη ζωγραφική, Αίθουσα Τέχνης Άτριον, Θεσσαλονίκη (επιμέλεια: Χάρης Καμπουρίδης)
  • 2005 Επίσκεψη στον Χαλεπά, Το Σπίτι των Εκθέσεων, Τήνος (επιμέλεια: Ίρις Κρητικού)
  • 2004 Γκαλερί Absolute, Φλόριντα, Η.Π.Α.
  • 2004 Ελαίας Εγκώμιον, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα
  • 2004 ART LONDON, με τη Γκαλερί Ariel Sibony, Λονδίνο, Μ. Βρετανία
  • 2004 Καθ’εικόνα και ομοίωση, Μουσείο Φρυσίρα, Αθήνα
  • 2004 Καλοκαιρινά Τοπία, Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα και Αίθουσα Τέχνης «Μελίνα Μερκούρη», Ύδρα
  • 2004 Αγώνων Πόλις. Ενα ταξίδι στη σύγχρονη ελληνική ζωγραφική, Τεχνόπολις Δήμου Αθηναίων
  • 2004 Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, Μουσείο Φρυσίρα, Αθήνα (επιμέλεια: Μάρθα Χαλικιά)
  • 2004 Νοητές παραστάσεις, CK Art Gallery, Κύπρος
  • 2003-2004 Ολυμπιακό πνεύμα και σύγχρονη ελληνική τέχνη (περιοδεύουσα έκθεση), Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Θεσσαλονίκη, Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων κ.ά. (επιμέλεια: Πέγκυ Κουνενάκη), Οργ. Δήμος Αθηναίων, στο πλαίσιο των  εορτασμών της Ολυμπιάδας  2004
  • 2003 Νέα εικονολατρεία, Γκαλερί Fine Arts, Αθήνα
  • 2002 ART PARIS 2002, Παρίσι, Γαλλία, με την Γκαλερί Ζουμπουλάκη
  • 2000 Bleu outremer, Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Βερνίκου, Καστέλλα (επιμέλεια: Flavia Nessi, Ίρις Κρητικού)
  • 2000 Έλληνες ρεαλιστές της Γαλλικής Σχολής Τεχνών, Φρανκφούρτη
  • 2000 2000 κονσέρβες, Λιθογραφείο της οδού Πειραιώς, Μοσχάτο (επιμέλεια: Νίκη Νικονάνου, Νίκος Στεφάνου, Αλεξης Βερούκας)
  • 2000 Προσωπικές σχέσεις, Γκαλερί Έκφραση, Αθήνα
  • 1999 Η ελληνική τοπιογραφία 19ος-20ός αιώνας. Από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ευριπίδη Κουτλίδη. Εθνική Πινακοθήκη, Μουσείο Tériade, Μυτιλήνη
  • 1998 Η ελληνική τοπιογραφία 19ος-20ός αιώνας. Από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ευριπίδη Κουτλίδη. Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα (επιμέλεια: Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Αγγέλα Ταμβάκη)
  • 1998 Focalisations du Regard, Προεδρία της Ελλάδας, Βρυξέλλες (επιμέλεια: Αθηνά Σχινά)
  • 1997 Μουσείο του Ανθρώπου–Φυσικής Ιστορίας, Jardin des Plantes, Παρίσι
  • 1996 Εστίες του βλέμματος, Εικαστικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Λάρισας
  • 1996 Αφιέρωμα στον Περικλή Πανταζή, Πινακοθήκη Αβέρωφ, Μέτσοβο
  • 1996 Σχέδια, Πινακοθήκη Κουβουτσάκη, Αθήνα
  • 1996 Αφιέρωμα στον Paul Verlaine, Γκαλερί 24, Γαλλικό Ινστιτούτο Πειραιά
  • 1996 Ζωγραφική σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη, Αίθουσα Τέχνης Οδυσσέας Ελύτης, Δήμος Αθηναίων
  • 1995 Αφιέρωμα στον Γκρέκο, Εθνική Πινακοθήκη Ελλάδας
  • 1995 Salon des grands et des jeunes d’aujourd’hui, Παρίσι, Γαλλία
  • 1995 Έρως και τέχνη, Γκαλερί Τερρακόττα, Θεσσαλονίκη
  • 1995 Γκαλερί Flak, Παρίσι
  • 1995 Μικρές ζωγραφιές, Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 1995 Καλοκαίρι στη Μεσόγειο, Εθνική Πινακοθήκη Τιράνων, Τίρανα. (οργάνωση: Γκαλερί Ζουμπουλάκη)
  • 1994 Γκαλερί Πολύεδρο, Πάτρα
  • 1994 Μικρά έργα, Γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα
  • 1992 Ένεκεν Τιμής, Γκαλερί Ώρα, Αθήνα
  • 1992 Συλλογή Φρυσίρα, Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης Ζακύνθου (επιμέλεια: Τάκης Μαυρωτάς)
  • 1991 Έλληνες ζωγράφοι – Συλλογή Φρυσίρα, Πινακοθήκη Πιερίδη και Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών
  • 1990 Προς ένα νέο Ουμανισμό – Νέοι Ελληνες ζωγράφοι στο Παρίσι, επιμέλεια:  Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Centre Culturel de Villejuif, Παρίσι
  • 1989 SARP, Palais Zamovski, Βαρσοβία
  • 1989 Γκαλερί Τερρακόττα, Θεσσαλονίκη
  • 1988 Ουτοπίες του πραγματικού, Γκαλερί Titanium, Αθήνα
  • 1988 Mουσείο Καλών Τεχνών της Mons, Βέλγιο
  • 1987 Γαλλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, Παρίσι
  • 1987 Αtelier Cremonini, Galerie de la maison des Beaux-Arts, Παρίσι
  • 1987 Salon de Vitry, Παρίσι
  • 1987 Galerie de la Maison des Beaux Arts - Atelier Cremonini, Παρίσι

To ορμέμφυτο του νερού

Tα κείμενα που διαβάζει κανείς στις πρώτες σελίδες του καταλόγου μιας έκθεσης, οφείλουν να είναι επεξηγηματικά. Στην πιο επιτυχημένη τους εκδοχή, προσφέρουν μια στέρεη ζεύξη ανάμεσα στην ζωγραφική πράξη και την θεωρία της αισθητικής. Εμπεριέχουν καλλιεπείς εκφράσεις, αναφορές στην ιστορία της τέχνης ή στα πρότερα βήματα του καλλιτέχνη, σχήματα λόγου, διάσημες ρήσεις. Είναι η "προίκα" που μένει στον χρόνο, συντροφεύοντας τα έργα. Όμως εγώ προτιμώ να μιλήσω πιο προσωπικά για τη καινούρια δουλειά της Μαρίας Φιλοπούλου. Ως εγκάρδια φίλη. Ως συνκολημβήτρια στον μαγικό γαλαζωπό βυθό. Ως προνομιακός παρατηρητής της προετοιμασίας αυτής της ενότητας με τους καταρράκτες της Σαμοθράκης.

Πρωτοείδα τα έργα σε «ρευστή» ακόμα εκδοχή, πριν πάρουν την τελική τους μορφή, ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ στο ατελιέ της Κηφισιάς. Ύστερα, τα αντίκρισα ξανά, όταν οι παρεμβάσεις είχαν πια ολοκληρωθεί. Η πρώτη μου σκέψη ήταν η γνωστή φράση του Ντελακρουά – ορίστε που κι εγώ ανατρέχω αμέσως στα τσιτάτα -πως η ζωγραφική πρέπει να είναι μια γιορτή για το βλέμμα. Λουόμενοι - με την χαρά και την ελευθερία των πρωτόπλαστων - ποντίζουν τα γυμνά τους σώματα στις βάθρες. Θυμάμαι πως είχα την αίσθηση ήμουν εκεί, ανάμεσα τους. Έκανα μια βουτιά στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ, οπου το καθαγιαστικό ύδωρ μας ξεπλένει από τα πάντα. Ένιωθα τον εξαγνισμό, την προστατευτική σκιά του συμπαγούς βράχου, το λυτρωτικό κομμάτι του ουρανού, τα πλατάνια που φύονται στις σχισμές.

Ναι, οι κολυμβητές είναι το προσφιλές θέμα της Φιλοπούλου. Και η διάθεσή της να απεικονίζει το σκηνικό ενός φιλόξενου παραδείσου σε θάλασσα και στεριά αντανακλά την γενναιοδωρία του χαρακτήρα της. Αυτήν την φορά η οργάνωση του ζωγραφικού χώρου είναι εντελώς διαφορετική. Από την απεραντοσύνη του πελάγους, καταλήγουμε σε μια μικρή αγκάλη στην ενδοχώρα που τα προσφέρει όλα. Η νέα ενότητα συμπυκνώνει στοιχεία από τις παλαιότερες, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ζωγράφος δημιουργεί προστατευμένες «φωλιές»: το λιλιπούτειο διαμέρισμα των 12 τ.μ. στο Παρίσι, τα θερμοκήπια του Σχοινιά, της Αργολίδας και της Κρήτης, οι προφυλαγμένες από τον άνεμο παραλίες, τα καταστρώματα των φέρι μπόουτ. Ιδού, δεν απέφυγα καν τις αναφορές στην ζωγραφική της προϊστορία.

Ας μιλήσω λοιπόν προσωπικά, προσθέτοντας κάτι παραπάνω στο κείμενο αυτό, που πηγάζει από την πολυετή μας φιλία. Η ζωγράφος έχει το ορμέμφυτο του νερού. Μοιάζει με τα μικροσκοπικά νεογέννητα χελωνάκια που γνωρίζουν την ενστικτώδη διαδρομή προς το υδάτινο στοιχείο. Δεν περνά μέρα από την ζωή της που να μην αντικρύσει την θάλασσα, να μην την χαρεί. Το ιώδιο είναι το δικό της οξυγόνο, το οποίο μοιράζεται απλόχερα με όλους τους αγαπημένους της ανθρώπους. Ζωγραφίζει λοιπόν την δική της αλήθεια, αφτιασίδωτα και έντιμα. Ζωγραφίζει αυτό που είναι, αυτό που κάνει, αυτό που θέλει να χαρίσει στους άλλους: το ταξίδι, το παιχνίδι, την ελευθερία, την έξη στο νερό.

Οι καταρράκτες ήταν η καινούρια της ανακάλυψη, μετά από μια εκδρομή στην Σαμοθράκη. Ακολούθησαν πολλές ακόμα επισκέψεις κι εξερευνήσεις στο νησί των Καβείρων, μέχρι να κάνει το επόμενο βήμα στην πορεία της. Από την απόλυτη ξεγνοιασιά των κολυμβητών στην θάλασσα, περνά σε ένα τοπίο με υπαρξιακούς συμβολισμούς. Κάθετα, απότομα βράχια, χείμαρροι που κατακρημνίζονται, ιαματικές κοιλότητες. Από την παλαιότερη κυριαρχία του τιρκουάζ, χρησιμοποιεί ξανά γαιώδεις αποχρώσεις και για πρώτη φορά βάζει το μαύρο χρώμα στα έργα της. Θα μπορούσε να κάνει την ζωγραφική της, ένα αντίστροφο πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέϊ. Να παραμένουν οι πίνακες, νέοι και δροσεροί, όσο εκείνη μεγαλώνει. Όμως η Φιλοπούλου ωριμάζει ταξιδεύοντας, κρατώντας τον πυρήνα της στις νέες διαδρομές.

Μαργαρίτα Πουρνάρα

Πιο Πραγματικό... από το πραγματικό!

Ονομάζουμε υπέροχο αυτό που είναι πραγματικά μεγάλο
Κάντ

“Αν ακούμε τον αφρώδη, γρήγορο, παφλασμό των νερών του καταρράκτη, αν πέφτουν επάνω μας σταγόνες νερού, όπως ξεχύνεται δριμύ στην πορεία του, αν το φως διαπερνά τα φυλλώματα των δένδρων εκπέμποντας στα μάτια μας τις άπειρες αντανακλάσεις του, αν νιώθουμε στην αφή της παλάμης μας την τραχιά επιφάνεια των βράχων και την έντονη αίσθηση της δροσιάς του νερού στο γυμνό δέρμα μας, τότε η Μαρία Φιλοπούλου, πέτυχε την απόλυτη ψευδαίσθηση, μας έκανε συμμετέχοντες-παρόντες στο όραμά της. Ζούμε (σ)τα έργα της. [Βρισκόμαστε με όλες τις αισθήσεις μας μέσα τους, απολαμβάνουμε την στιγμή στα πράσινα σμαραγδένια νερά! {Είμαστε στον Παράδεισο με μια Εικόνα...”}]

Στους πίνακες της η Μαρία Φιλοπούλου αποδίδει το στιγμιαίο με μια σαφή, συγκεκριμένη εκδοχή. Όλα παρουσιάζονται ρυθμικά, σε κίνηση. Τίποτα στάσιμο, μόνο ορισμένες νωχελικές φιγούρες που απολαμβάνουν την αμέριμνη θέαση τους στον ήλιο. Η ζωγράφος δεν απεικονίζει απλώς μια σκηνή, της δίνει μια προέκταση στο χρόνο. Την τοποθετεί στο διηνεκές, την βγάζει έξω από τα περιθώρια ενός πίνακα. Οι εντυπώσεις της στιγμής γνωρίζουμε πως έχουν συνέχεια, λειτουργούν σαν εφαλτήριο για ό,τι επακολουθήσει μετά... Αυτό δεν λειτουργεί μόνο σαν αποκάλυψη... μιας έκρηξης πραγματικότητας...

Επιπρόσθετα, γήινα, ρεαλιστικά, λειτουργεί αρχικά σαν ικανοποίηση, ευχαρίστηση, επιθυμία να κοιτούμε αυτά τα έργα, γιατί είναι μετάδοση εικόνων από έναν Παράδεισο στον οποίο θα θέλαμε και οι ίδιοι να παραβρισκόμαστε. Προσεγγίζοντας πιο ουσιαστικά το έργο της Μαρίας Φιλοπούλου ανακαλύπτουμε μια μείξη σύνθετων στοιχείων. Με εξαιρετική δεξιοτεχνία μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια εικόνες της φύσης εμπλουτίζοντας τα ρεαλιστικά τοπία με συμβολικές προεκτάσεις. Η νέα θεματική της σειρά: τα ορμητικά-ζωογόνα νερά καταρρακτών, προσδιορίζουν την πηγή της ζωής, τη συνεχή ροή, τη ρευστότητα, τη διείσδυση, το πάθος. Οι εικόνες της πέρα από την έξαρση του πραγματικού, την αποθέωση του ωραίου, παραπέμπουν στην πνευματική και ερωτική υπόσταση των πραγμάτων. Η ζωγράφος προσδίδει στο φυσικό κόσμο πλήθος δυναμικών και παθητικών στοιχείων, αρσενικών και θηλυκών ιδιοτήτων. Η δονούμενη ενέργεια της εικόνας μεταδίδει ερωτικούς συνειρμούς και μεταφυσικές αναφορές για την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η Μαρία Φιλοπούλου εξεικονίζει υπέροχα τον αισθησιασμό στα σώματα, τα οποία αντανακλούν ένα φως εσωτερικής πληρότητας και ερωτισμού. Τα σώματα απορροφημένα σε ιδιωτικές απολαύσεις, όπως η χαρούμενη επαφή με το νερό, μετέχουν με κυρίαρχο ρόλο στις σκηνοθετικές προθέσεις της καλλιτέχνιδας, η οποία διευθετεί με δομή τον χώρο και τον χρόνο των έργων της. Η κινηματογραφική τεχνική της με την ευρυγώνια απεικόνιση του χώρου εκβάλει προς τα έξω τα μοτίβα, ενώ η εστίαση του θέματος σε κάθε πίνακα από διαφορετική οπτική γωνία πετυχαίνει μια αφήγηση. Με τα close up και τα ¾ στους μικρότερους σε διαστάσεις πίνακες, μεγεθύνει αποσπασματικά σώματα και σημεία, στα οποία μας επισημαίνει την προσοχή. Πρωταγωνιστούν τα γυναικεία σώματα, αποδιδόμενα εξαίσια σε ζωντάνια και πιστότητα, με στάσεις ανέμελες, αντανακλώντας αισθήσεις ελευθερίας και εγγύτητας, μαγνητίζοντας αφοπλιστικά το θεατή.

Οι παραστατικές αφηγήσεις της εκλύουν φως. Η ατμοσφαιρική φωτεινότητα εκπέμπεται από διαφορετικές πηγές προβάλλοντας εκλεπτυσμένα τις επιφάνειες, επιτυγχάνοντας με τις τονικές διαβαθμίσεις μια αυθεντική σαφήνεια του περιεχομένου. Η αισθητική αρμονία των έργων υποστηρίζεται από τη διάταξη, τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα στοιχεία, την ενδιαφέρουσα προοπτική που καθορίζει μυσταγωγικά το περιβάλλον, με τα ανάγλυφα βράχια να περιβάλλουν εσωτερικά τη σύνθεση, ζωγραφισμένα με άλλον τρόπο, αποτέλεσμα της πολύμορφης τεχνοτροπίας της ζωγράφου. Χάρη σε αυτήν την προσωπική, ιδιαίτερη τεχνική, η πολλαπλότητα των κηλίδων-σταξιμάτων συνυπάρχει άψογα με τις ιμπρεσιονιστικές πινελιές, κατορθώνοντας η ζωγράφος να δώσει στη μεταβολή της εικόνας ένα εκφραστικό φινίρισμα, με το χρώμα κατανεμημένο πλούσια, δίνοντας στην εντύπωση, την αλήθεια ενός φαινομένου.

Με έμφαση στη συγκρότηση ενός μορφοπλαστικού περιβάλλοντος, όπου τα πράγματα φαίνονται όπως είναι, παρατηρούμε Μορφές, οι οποίες αποκαλύπτονται διακριτικά, πίσω από τη ρεαλιστική αναπαράσταση. Θεοί της φύσης ή της έμπνευσης, παρουσιασμένες συνειδητά ή ασυνείδητα, πρόσωπα της φαντασίας του παρατηρητή, μυστικές υπάρξεις ενός ζωγραφικού σύμπαντος(;) προσιδιάζουν σε μεγάλους καλλιτέχνες του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα. Η καλλιτέχνης συνάπτει εκλεκτικές συγγένειες μαζί τους, συνεχίζοντας την παράδοση της σύνθετης εκφραστικότητας, προσθέτοντας και εκείνη μια νέα σελίδα στην Ιστορία της τέχνης.

Η καλλιτεχνική δημιουργία της Μαρίας Φιλοπούλου δεν κατανοείται απλώς στα πλαίσια μιας εξελικτικής πορείας. Η παρουσία της άλλωστε ήταν σχεδόν ολοκληρωμένη εξαρχής. Είναι η ζωγράφος που πετυχαίνει ένα αριστουργηματικό οπτικό αποτέλεσμα ορίζοντας σύνθετα το Ωραίο. Το βλέμμα θαυμάζει το Ωραίο, το οποίο σύμφωνα με τον Πλάτωνα είναι ωφέλιμη ηδονή, ενώ το Υπέροχο του έργου της μας συγκινεί με τις αισθητικές Ιδέες.

Μάρθα Αρταπυρίδου
Ανεξάρτητη επιμελήτρια
Ιστορικός Ευρωπαϊκού Πολιτισμού

Chasing Waterfalls

...Don’t go chasing waterfalls
Please stick to the rivers and the lakes that
You’re used to
I know that you’re gonna have it your way
Or nothing at all
But I think you’re moving too fast.
Waterfalls Lyrics by TLC (1994)

Οδηγούμενη από τις διαφάνειες της Αργολίδας στους σκοτεινούς βυθούς του Αιγαίου και τις αρχαίες δεξαμενές της μικρασιατικής Ιεράπολης, αναζητώντας επίμονα την απτή πεμπτουσία του ταξιδιωτικού χρόνου και τόπου και μαζί, τα έγκατα μιας αυτογνωσιακής κάθαρσης, η πρόσφατη ενότητα έργων της Μαρίας Φιλοπούλου, αποτελεί φυσική βιωμένη εικαστική και αυτοβιογραφική συνέχεια της μακρόχρονης σχέσης της με το ζωοποιό νερό: στα τελάρα της ξαναβρίσκουμε το καθηλωτικό, αλάνθαστο λεξιλόγιο των παραδεισένιων κυανών και τών οργανικών, υγρών πράσινων του νερού, των εκτυφλωτικών λευκών των σπαρμένων υπό τον ήλιο βράχων, των ψιθυριστικών ρόδινων και των ωχρών τόνων του διακεκομμένου από δραματικούς φυσικούς όγκους ορίζοντα, την αφαιρετική σύμμιξη της διαφάνειας, της σκιάς και του φωτός ενός άχρονου μυθικού τόπου με ιδανικό μικροκλίμα. Γιατί τα νέα έργα της Φιλοπούλου, υπερασπιζόμενα για μία ακόμη φορά το ουσιαστικό ζητούμενο των γενναίων διαστάσεών τους, προτείνουν ανεξερεύνητους αυτοτελείς κόσμους που διεκδικούν την καταβύθιση του βλέμματος και δράττουν τη συγκίνηση του θεατή, ευφορικά ζωγραφικά πεδία μεσημβρινού χρόνου που παλλόμενα από την ίδια τους τη δυναμική, εγκαθιστούν τη ζωγραφική της σε νέες, συναρπαστικές συντεταγμένες.

Είναι το μυστικιστικό τοπίο των σπλάχνων της Σαμοθράκης, που σπαρμένο με καταρράκτες, βάθρες και φυσικές δεξαμενές, διαλύεται στα οργανικά του στοιχεία, άλλοτε ειδωμένο από ψηλά και άλλοτε εισχωρώντας στα υγρά άδυτα ενός ευφραντικού σύμπαντος διάστικτου από σιωπηλούς λουόμενους που εμβαπτίζονται ηδονικά στο νερό, κολυμπώντας σε βραδύ χρόνο στους κόλπους του ή εγκαταλείποντας το μικρό δέμας του σώματός τους στα λευκά και φαιά κοίλα των παρυφών του με την εσχατολογική ένταση και την αθόρυβη προσήλωση μιας προσευχής.

Παράλληλες σημειώσεις του ίδιου τοπίου, τα γυναικεία και ανδρικά σώματα που πλασμένα με ανατομική σχεδιαστική ενδελέχεια γραμμής, όγκου και χρώματος, εγκαθίστανται σε μικρότερες ζωγραφικές επιφάνειες, διασπείροντας τα φωτεινά ίχνη τους σε εκτυφλωτικές εκρροές και κόγχες νερού και βράχων, ωθώντας τη ρεαλιστική ζωγραφική τους μετάσταση στα άκρα της, προτείνοντας στο βλέμμα του θεατή έναν μυθώδη τόπο έκπαγλης πλαστικής ύπαρξης. Έναν αθέατο τόπο κατοικημένο και από το ίδιο το σώμα της ζωγράφου.

Οι ευφυείς συνθέσεις της Φιλοπούλου, όπου το ειδυλλιακό συνομιλεί με την πρωτογένεια και όπου οι πρωτόπλαστες μικροσκοπικές ανθρώπινες σάρκες σαλεύουν και απορροφώνται στα ένθεα τοπία ενός αδιανόητου φυσικού κάλλους, ελάχιστα παραπέμπουν στη φοβική σχεδόν διαπραγμάτευση του θέματος του καταρράκτη έτσι όπως εκείνο αποτυπώνεται στην νεότερη ιστορία της δυτικής ζωγραφικής: στα πομπώδη ρομαντικά τοπία του 18ου, του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα όπως εκείνα των ζωγραφικών ευρωπαϊκών αναπαραστάσεων του Johann Jakob Schalch και του Konrad Corradi, των λογοτεχνικών εικονογραφήσεων του Léon Benett και του Henri Meyer ή των εξερευνητικών τεκμηριώσεων του Ernst Haeckel, το στοιχείο της κάθετης ορμητικής ροής του νερού αποτυπώνεται με εκστατικό δέος.1

Στην άλλη όχθη, έργα μοντέρνας τέχνης όπως οι καταρράκτες του M. C. Escher, ή το εντυπωσιακής κλίμακας σύγχρονο έργο του Olafur Eliasson «The New York City Waterfalls» που ανατέθηκε στον καλλιτέχνη από το New York Public Art Fund σε συνεργασία με την πόλη της Νέας Υόρκης και παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 2008 σε τέσσερα παράκτια σημεία της πόλης, διαπραγματεύονται το θέμα του καταρράκτη εγκαταλείποντας την εικόνα του δέους, αποδομώντας το περιεχόμενο και το σχήμα του και επαναδομώντας τα σε μια διαφορετική ζώσα ύλη που αναφέρεται στην ίδια τη μαγική υπόσταση του νερού, στην ενέργεια, την περιβαλλοντική και τη συλλογική σημασία του.2

Διερευνώντας ωστόσο σε συνέχεια τη σχετική εικονογραφική ιαπωνική παράδοση, όπου το φυσικό στοιχείο του καταρράκτη εμφανίζεται συχνά, γειτινάζοντας με τα γραμμικά χιονισμένα βουνά του χειμώνα και τις ρόδινες ανθισμένες στίξεις των κερασιών την άνοιξη, δεν μπορώ παρά να μνημονεύσω τον Utagawa Kuniyoshi (1798 -1861), έναν από τους τελευταίους σημαντικούς καλλιτέχνες της ιαπωνικής σχολής των ukiyo-e.

Η ξυλογραφία «Pilgrims in the Waterfall» (Προσκυνητές στον καταρράκτη), δουλεμένη με τόν εξαιρετικής ευκρίνειας σχεδιασμό και τα καθαρά χρώματα την επιρροή των οποίων στο έργο του σημειώνει εμφατικά ο Takashi Murakami, παρουσιάζει μια συναρπαστική εικονογραφική εκλεκτική συγγένεια με το καθεαυτό ψυχολογικό και αισθαντικό κλίμα του καινούριο κόσμου που μας προτείνει η Φιλοπούλου: οι μύστες των δικών της τοπίων,με τον ίδιο τρόπο των προσκυνητών του ιαπωνικού καταρράκτη, ξεδιψούν, κολυμπούν και αγάλλονται. Εμβαπτίζονται ευφραντικά στο νερό δίχως να το φοβούνται. Και ακολουθώντας τους κρυφούς κώδικες των αρχαίων μυστών του νησιού, αποδύονται την αίσθηση του ιλίγγου, αποζητώντας ταυτόχρονα την ηδονή και την κάθαρση.3 Εγκαταλείποντας τη θάλασσα, εγκαθίστανται στους φυσικούς κρατήρες του νέου τους χώρου, καταλαμβάνοντάς τον απαλλαγμένοι από κάθε τεχνητό τοίχωμα, οδηγώντας το βλέμμα του θεατή έως και πέρα από τα φυσικά όρια της εικόνας. Και ερωτούμενη για όλα αυτά, η Μαρία Φιλοπούλου, έχοντας αναμφίβολα εφεύρει ένα άλλο βλέμμα, έχοντας εκ νέου καταδυθεί στα οργανικά συστατικά μιας μεταφυσικής ανάγνωσης του τόπου, απαντά και πάλι, πως αυτό που ζωγραφίζει είναι απλά αυτό που βλέπει.

Ίρις Κρητικού
1 Ο Johann Jakob Schalch (1723–1789) φιλοτεχνεί το 1780 το έργο «Der Rheinfall vom Zurcher Ufer aus» και ο Konrad Corradi (1813-1878) φιλοτεχνεί το 1860 το έργο «Der Rheinfall bei Schaffhausen» όπου αποτυπώνονται με εμφανές δέος οι εντυπωσιακοί ευρωπαϊκοί καταρράκτες. Ο Leon Benett (1838-1917) φιλοτεχνεί έναν απειλητικά σκοτεινό καταρράκτη κατά την εικονογράφηση του μυθιστορήματος του Ιουλίου Βερν «Clovis Dardentor». Αντίστοιχα τρομακτικό είναι το θεάμα της κατακρήμνισης μιας πιρόγας σε εξωτικό καταρράκτη που φιλοτεχνεί ο Henri Meyer (1844-1899) για τις ανάγκες της εικονογράφησης του «Δεκαπενταετούς Πλοιάρχου» του ίδιου συγγραφέα. Ο φυσιοδίφης, φιλόσοφος και ζωγράφος Ernst Haeckel (1834–1919), κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεών του στον κόσμο, αποτυπώνει το 1905 τον τρομερό καταρράκτη του Tjiburrum στο ηφαίστειο Pangerango, στην Ιάβα με ταραχώδεις γραμμές και χρώματα.
2 Η εγκατάσταση του Olafur Eliasson, γνωστού από το «The weather project» που πραγματοποίησε το 2003 για το Turbine Hall της Tate Modern στο Λονδίνο, πραγματοποιήθηκε σε τέσσερα παράκτια σημεία του Lower Manhattan, του Brooklyn και του Governors Island. Επιθυμία του καλλιτέχνη ήταν ένας ανακλαστικός διάλογος με τις ισχύουσες ιστορικές και αρχιτεκτονικές συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος και ακόμη, η δραματικής κλίμακας ενσωμάτωση της εντυπωσιακής φυσικής ομορφιάς στο κυριαρχούν αστικό τοπίο. Βλ. www.nycwaterfalls.org.
3 Για τους αρχαίους μύστες και τα μυστήρια της Σαμοθράκης υπάρχει πλήθος αναφορών στον Ηρόδοτο. Βλ. και Walter Burkert, «Greek Margins: Mysteries of Samothrace»: Ο μύθος, γράφει ο Burkert, «κάνει τη Σαμοθράκη να τοποθετείται στις απαρχές του, να ανήκει στον μη-ελληνικό κόσμο και όμως να μοιράζεται τον Όλυμπο των ελληνικών θεών». Η μοναδικήθέση ενός μικρού και ασήμαντου νησιού συνηγορεί για ένα «ιερό κέντρο» όπου κατά πάσα πιθανότητα η «μύηση» συνδεόταν με την απόπειρα της διάσωσης από τους κινδύνους της θάλασσας. Και είναι ίσως απλά «η αδυναμία γνώσης για το κέντρο της μύησης, τυλιγμένο στο σκοτάδι, που δημιουργεί την αιώνια γοητεία της Σαμοθράκης», καταλήγει.

 


Θητεία στον «ίλιγγο του ορατού»

Η Μαρία Φιλοπούλου, επιβεβαιώνει με τη ζωγραφική της αυτό που πίστευα πάντοτε για την τέχνη: δεν υπάρχει ανδρική και γυναικεία έκφραση. υπάρχει μόνο καλή και κακή τέχνη. Και η Μαρία Φιλοπούλου είναι μια καλή ζωγράφος. Αν μάλιστα δεν γνωρίζαμε το φύλο της δημιουργού και μας καλούσαν να το μαντέψουμε από το ύφος της ζωγραφικής της θα το χαρακτηρίζαμε απροκάλυπτα αρρενωπό, αδρό.

Η Μαρία Φιλοπούλου είχε την τύχη να θητεύσει στη διάρκεια των σπουδών της στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, πλάι σ’ έναν από τους τελευταίους οπαδούς της ζωγραφικής του βλέμματος. Ο ζωγράφος Λεο­νάρ­ντο Κρεμονίνι έδινε πολύ περισσότερο βάρος στην καλλιέργεια της δυναμικής, της ενέργειας, της ευαισθησίας του βλέμματος παρά στην ίδια τη ζωγραφική πράξη. Οι μαθητές του ασκούνταν να εξερευνούν αυτό που ο δάσκαλος αποκαλούσε ο «ίλιγγος του ορατού». Διδάσκονταν να αναζητούν την «αποκάλυψη» ακόμη και μέσα στο ασήμαντο.

Η μοντέρνα τέχνη οδήγησε τη ζωγραφική στην αυτονομία, στην αυταξία, καταργώντας την ιεραρχία των ειδών και των θεμάτων, δημιουργώντας έτσι μια δημοκρατική ισοτιμία των μοτίβων, των ερεθισμάτων. Η ζωγραφική δεν κρίνεται πλέον από το τι απεικονίζει, αλλά από το πώς μετατρέπει το πραγματικό σε ζωγραφικό και αισθητικό γεγονός. Η μεταστοιχείωση αυτή απαιτεί και προϋποθέτει την τεχνική γνώση, τη μαστοριά, την ποιητική.

Ο Κρεμονίνι δίδασκε στους μαθητές του ότι η ζωγραφική δεν είναι περιγραφική διαδικασία. Ο ζωγράφος οφείλει να επινοήσει τη δική του ποιητική για να μεταδώσει την αίσθηση, τη συγκίνηση που του προκάλεσε ο «ίλιγγος του ορατού». Η Μαρία Φιλοπούλου έχει κατακτήσει μια προσωπική χειρονομιακή «γραφή», που συνδυάζει παραδοσιακούς τρόπους και νεωτερικά στοιχεία. Το modus operandi, η δημιουργική διαδικασία, είναι ορατή, αλλά η εικόνα αναδύεται αβίαστα μέσα από την κίνηση του πινέλου, άλλοτε αργή, άλλοτε βίαιη, μέσα από καταλιβάδες, σταξίματα ή εκτινάξεις του χρώματος, από πυκνώσεις και αραιώσεις της ζωγραφικής ύλης, από λαζούρες ή σβησίματα. Μια τεχνική δυναμική και σίγουρη που προϋποθέτει μακρά άσκηση. Μια τεχνική που συνωριμάζει με το έργο της. Από τα πρώτα εσωτερικά με τις ελικοειδείς σκάλες ως τα θερμοκήπια που θυμίζουν με τη βλαστική και χυμώδη ζωτικότητά τους τα τροπικά δάση του Ντουανιέ Ρουσσώ και τους σαρκοβόρους κήπους του Μαξ Ερνστ.

Με τα τροπικά θερμοκήπια η ζωγράφος ανακαλύπτει το οικείο μέγεθος που αρμόζει στη χειρονομία της: είναι η μεγάλη διάσταση, η απλωσιά, το all over, που ξεκινά με τις Νυμφαίες του Μονέ για να αποθεωθεί από τους εκπροσώπους του αμερικανικού εξπρεσιονισμού μετά το ’50. Η μνημειακή διάσταση οδηγεί τη Μαρία Φιλοπούλου στην «ανακάλυψη» που είχε κάνει ήδη ο Μονέ: ότι η εικόνα δεν περιορίζεται από το πλαίσιο, από το κάδρο. Η ενέργειά της ξεχειλίζει και πέρα από αυτό το όριο, ακτινοβολεί στο χώρο.

Η υπέρβαση του πλαισίου, η διάχυση της ζωγραφικής -- εικονιστικής ή ανεικονικής--  στον περιβάλλοντα χώρο ήταν η φυσική συνέπεια των δύο ανατροπών που είχε ήδη πραγματοποιήσει η μοντέρνα τέχνη: η πρώτη ήταν η εγκατάλειψη της προοπτικής που παρέπεμπε στη σκηνή του αναγεννησιακού θεάτρου και η δεύτερη, φυσική συνέπεια της πρώτης, ήταν η ταύτιση της ζωγραφικής με τη φέρουσα επιφάνεια. Ας θυμηθούμε τον ορισμό του Μωρίς Ντενί που διατυπώνεται στην αρχή του 20ού αιώνα: «Η ζωγραφική, πριν να παριστάνει οτιδήποτε, δεν είναι τίποτε άλλο από μια επιφάνεια καλυμμένη με χρώματα…».

Τα θερμοκήπια, οι θάλασσες, οι λουόμενοι της Μαρίας Φιλοπούλου δεν υπακούουν σε μια παραδοσιακή συνθετική αρχή. Είναι ένα κομμάτι του ορατού, μια τομή στη ροή του χρόνου. Εδώ προσεγγίζουμε μιαν άλλη διάσταση της ζωγραφικής της νέας ζωγράφου. Ο χρόνος, η ηρακλείτεια ροή του, είναι σημαντικό στοιχείο τόσο της ποιητικής όσο και της εικονοποιίας της. Η χειρονομιακή γραφή υπηρετεί αυτή τη διάσταση.

Οι εικόνες της Μαρίας Φιλοπούλου, χωρίς να είναι ιμπρεσιονιστικές, μοιράζονται μαζί τους αυτή την αίσθηση αρπαγής του εσαεί μεταβλητού θεάματος του κόσμου. Οι θάλασσές της, αν δεν είναι ταραγμένες, φρικιούν στα χάδια του ζέφυρου και οι λουόμενοι, μισοί πάνω μισοί κάτω από την επιφάνεια του νερού, κινούνται με κινηματογραφικούς ρυθμούς. Ο ρυθμός, μια άλλη λανθάνουσα δύναμη στη δημιουργία της νέας ζωγράφου, πειθαρχεί το δυναμισμό της χειρονομίας και  αναχαιτίζει την τάση της εικόνας να ξεχυθεί στο χώρο, εισάγοντας στη σύνθεση τη μελωδία της τζαζ.

Το χρώμα, από την άπειρη ποικιλία της χλωροφύλλης των θερμοκηπίων ώς τα ιριδίζοντα γαλάζια της θάλασσας σε όλους τους τόνους του μπλε, βρίσκει την εορταστική εκπύρωσή του στους λουόμενους και στις θερινές παραλίες. Η ζωγράφος αγαπά και ξέρει να εμψυχώνει τόσο τις ομόηχες αρμονίες όσο και τα δυνατά κοντράστα.

Δυναμική, εργατική, αφοσιωμένη, η Μαρία Φιλοπούλου ανανεώνει την εμπιστοσύνη στη δημιουργική ικανότητα των γυναικών και πλουτίζει τη ζωγραφική του βλέμματος και του καμβά με μια νέα σύγχρονη και εντε­λώς προσωπική έκφραση.

Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα
Ομότιμη Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης
Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης

Κυνηγώντας το φως

"Κυνηγώντας το φως", η αναδρομική έκθεση της Μαρίας Φιλοπούλου στην Πινακοθήκη Κυκλάδων δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί πιο εύγλωττο τίτλο: στην έκθεση, όπου περιλαμβάνονται έργα μεγάλων κυρίως διαστάσεων από κάθε περίοδο της δουλειάς της, έργα από τα πρώτα χρόνια μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο Παρίσι, κυριευμένα από τους χαρακτηριστικούς ευρυγώνιους εσωτερικούς χώρους ως τους νεότερους, αεί πλέοντες και κινούμενους «Κολυμβητές» που αποτελούν το συστηματικό πεδίο μελέτης και πειραματισμού της κατά τα τελευταία χρόνια, η ακατάπαυστη επιδίωξη του φωτός, γίνεται γρήγορα αντιληπτή ως ορ­γα­νικός συνδετικός ιστός της, τόσο της αρχικής αφετηρίας όσο και του τελικού προορισμού της θεματολογίας και της γραφής της.

Ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά στην οποία ανήκουν τα έργα, περιηγούμαστε διαδοχικά στις ευρυγώνιες ελικοειδείς σκάλες με τα στροβιλιζόμενα σημεία φυγής και στα ζωοφόρα θερμοκήπια με τα σαρκώδη τροπικά φυτά, στα κύκλια παράλια τοπία με τους νωχελικούς λουόμενους, στις αποσπασματικές όψεις των καταστρωμάτων των πλοίων με τους ράθυμους ταξιδευτές, και στις οξείες απολήξεις των αστραφτερών κίτρινων ταχύπλοων με τους βιαστικούς επιβάτες, συναντώντας στο τέλος της νοερής διαδρομής τους γνώριμους κολυμ­­βητές των διάφανων νερών και των αρχαίων δεξαμενών της πρόσφατης περιόδου της δουλειάς της Φιλοπούλου. Χαρακτηριστική στα περισσότερα από τα έργα που φιλοξενούνται εδώ, η μνημειακή διάσταση που επιδιώκει η ζωγράφος, προκειμένου να απελευθερώσει τη στιβαρή, συχνά επίπονα χειρονομιακή διαδικασία της γραφής της, απολαμβάνοντας τη χωρίς όρια επέκταση του βλέμματος, τα ξέφρενα σταξίματα του χρώματος, τη φαινομενικά ανορθόδοξη επιλεγμένη οπτική γωνία της εικόνας που καταργεί το πλαίσιο και διαχέει τη ζωγραφική στο διηνεκές, επαναφέροντας στο βλέμμα του θεατή μια ποιητική, αυτοσχέδια διάσταση της πραγματικότητας: αυτή την άλλη πραγματικότητα, που, σύμφωνα με τον Γκαίτε, «από τη στιγμή που επιλέγεται ως θέμα από τον καλλιτέχνη, παύει να ανήκει απόλυτα στη φύση».

Η έμμονη ενασχόληση της Μαρίας Φιλοπούλου με το φως ξεκινά από την εσωστρεφή διερεύνηση των εργαστηριακών κλειστών χώρων στο Παρίσι των φοιτητικών της χρόνων. Πυροδοτούμενη από μια διάθεση παιγνιώδη και εφευρετική κατά την εύρεση και την επεξεργασία της προτεινόμενης ευρυγώνιας εστίας θέασης, και με συμπλέον όχημα την αμείλικτη διάθλαση του φωτός στις σκονισμένες περιμετρικές τζαμαρίες της παρισινής Σχολής των Καλών Τεχνών, η ζωγράφος οδηγείται προοδευτικά στην απελευθερωμένη υπερρεαλιστική διευθέτηση των οπτικών της δεδομένων: στη σταδιακή κατάργηση της αρχικής πιο μουντής χρωματικής γκάμας των σκοτεινών λουτρών –με τους διαπεραστικούς ηλεκτρι­κούς λαμπτήρες στο ρόλο του φυσικού φωτός–, στην ανασύσταση ακυρωμένων κλειστοφοβικών πε­δίων, με αναπάντεχα ανοίγματα και λαθραίους στενούς ορίζοντες, με ελκυστικές φωτεινές και σκοτεινές συνυπάρξεις και αντιπαραθέσεις αιχμηρών υλικών όπως το τζάμι και το σίδερο, στην ανασύνταξη χώρων ελαφρά υπερβατικών και παράδοξα άδειων, παρά την προφανή εγκατοίκησή τους, χώρων με δεδομένη μια νέα, ανεστραμμένη και ασύμβατη διάσταση της πραγματικότητας, οριστικά απενδεδυμένης από τη συσσώρευση των συμβατικών λεπτομερειών της. Στην ανεύρεση μιας ιδιωτικής έρημης μα φωτεινής χώρας με άπλετη ελευθερία, όπου το αν­θρώ­πινο στοιχείο υποδηλώνεται, ακόμη κι όταν δεν είναι ορατό, και όπου και η ίδια η ζωγράφος, έχοντάς την ορίσει, μπορεί πλέον αθόρυβα να ενταχθεί, να υπάρξει και να ελιχθεί...

Οι ελικοειδείς σκάλες της πρώτης εκθεσιακής ενότητας, που ακολούθησαν τη μαθητεία της Φιλοπούλου στο εργαστήριο του Λεονάρντο Κρεμονίνι, εμψυχωτή του αδηφάγου βλέμματος και συνωμότη «του ιλίγγου του ορατού», οδηγώντας με σθένος το θεατή σε αναρίθμητες ασκήσεις προοπτικής, σε διαδοχικές στροβιλιζόμενες διαφυγές, άλλοτε ελάχιστες και άλλοτε γιγαντούμενες, σε αλλεπάλληλες και αυτοαναιρούμενες αποκαλύψεις και αποκρύψεις, ταυτίστηκαν με το πρώτο ελληνικό εργαστήριο της ζωγράφου στην οδό Τροφωνίου, και αντίστοιχα, με τα υπερμεγέθη τελάρα με τη δεσπόζουσα ευρυγώνια θέαση, που, «κλείνοντας» φαινομενικά τον περιορισμένο ορατό κόσμο του εργαστηρίου, κατοικούνταν σταδιακά εκ του φυσικού, διαγράφοντας έξωθεν κόσμους αισθητά μεγαλύτερους, με στοιχεία δεσπόζοντα το χρώμα και το φως.

Η επόμενη ενότητα της έκθεσης, τα θερμοκήπια, συνδέεται έμμεσα με την αλλαγή εργαστηρίου της ζωγράφου. Το 1993, με αφετηρία πλέον την Κηφισιά, και επεξεργαζόμενη ένα νέο θεματολόγιο, η Φιλοπούλου μετατοπίζει την αναζήτησή της στην ύπαιθρο, επεκτείνοντας το διάλογο του μέσα-έξω, που επισημαίνεται στα αστικά τοπία της προηγούμενης περιόδου, στο εύρημα ενός ημιστεγασμένου χώρου, έμπλεου ζωής. Τα εγκαταλειμμένα θερμοκήπια του κοντινού Σχοινιά με τα χυμώδη φυλλώματα των μπανανιών και τα εντατικά τροπικά πρά­σινα που επιδιώκουν να διαπεράσουν το θολωτό προστατευτικό τους νεφέλωμα, υπερβαίνοντας τους συντεταγμένους άξονες της σύνθεσης, δουλεύονται επιτόπου από τη ζωγράφο σε ατελάρωτα πανιά εξαντλητικών διαστάσεων για τα επόμενα χρόνια, συνθέτοντας μία ακόμη αυτοτελή ενότητα που εγκαταλείπει πλέον συνειδητά τα όρια του εργαστηρίου. Αναζητώντας πάντοτε το φως, τα κύρια δομικά στοιχεία των τολμηρών συνθέσεων της Φιλοπούλου, μεταμορφώνονται υπό το βλέμμα του θεα­τή και υπό το καθεστώς της επανερχόμενης ευρυγώνιας θέασης, που εξακολουθεί να ωθεί την εικόνα στα άκρα της, αναιρώντας τη φαινομενικά επίπεδη παραστατική αφήγηση του υπαίθριου τοπίου.

Εγκαταλείποντας τα θερμοκήπια και προχωρώντας στην τρίτη ενότητα της έκθεσης, ακολουθούμε βήμα προς βήμα τη ζωγράφο στη σταδιακή ανακάλυψη της θάλασσας. Διακριτό ανάμεσα στα θερμοκήπια και τα αμπέλια που αποτελούν στην ουσία τους πρώτους ανοιχτούς χώρους της Φιλοπούλου (ένα από αυτά παρουσιάζεται στην έκθεση), το παράλιο τοπίο προκαλεί και αναμετριέται με το βλέμμα της ζωγράφου, που απαντά αρχικά με μικρής διάστασης έργα, προτού εφορμήσει σε μεγαλύτερα, προτού βυθιστεί οριστικά στην ενδελεχή αποτύπωσή τους. Στις πρώτες παραλίες που ερμηνεύονται ως σπουδές στο φως, στο χρώμα και την ύλη του νερού, οι άνθρωποι αποτελούν στοιχεία ενταγμένα στην εικόνα, ανήκουν στον οριζόμενο χώρο χωρίς να αποτελούν πορτρέτα. Στην ίδια χρονική περίοδο, διατηρώντας ως σταθερές παραμέτρους το χρώμα και το φως, εντάσσεται η ενότητα του ταξιδιού, μία ακόμη προτροπή προς την αέναη φυγή και την ελευθερία. Συνέπεια ετούτης της εξερεύνησης, η έκθεση του 1999, με τα παράλια τοπία και τις απόψεις επιβατηγών πλοίων και ταχύπλοων με επιβάτες εν πλω. Στους παλλόμενους από φως και ενέργεια καμβάδες της, η Μαρία Φιλοπούλου αφηγείται τον προσωπικό περίπλου της με ένα ρεαλισμό απτό και ενθουσιώδη: εδώ, οι παραλίες κατοικούνται από τη σιωπή, και αναπτύσσονται μέσα σε ένα ήπιο μικροκλίμα, τρυφερά εδάφη γιγάντιων θερμοκηπίων χωρίς τοιχώματα. Μέσα στην απόλυτη νηνεμία, η ελλειπτική τροχιά του βλέμματος, ανήσυχη και ευκίνητη, αιχμαλωτίζει το έκκεντρο φως και περιζώνει θαλασσινούς κρατήρες. Η γεωγραφία των ακτών ορίζεται εκ νέου, καθώς οικείες παραθαλάσσιες τοποθεσίες ψηλαφούνται ως την πεμ­πτουσία των συστατικών του τοπίου τους και τρέπονται σε μυστηριώδεις νήσους με ανεξερεύνητους αμμόλοφους και φαιοπράσινες υποβρύχιες κοιλάδες. Λουόμενοι και πεζοπόροι, εκούσιοι ναυαγοί, παρακολουθούν τους παφλασμούς του κύματος και κατοικούν τους κρυφούς μυχούς και τους κόλπους, ακόμη και όταν δεν είναι ορατοί για το θεατή. Στα έργα που διαδραματίζονται εν πλω, η καμπύλη του βλέμματος κατευθύνεται προς τη γραμμή του ορίζοντα, σε ανοιχτές θάλασσες που διασχίζονται από ταχύπλοα ιπτάμενα και βραδυκίνητα επιβατηγά αναζητώντας τις διασταυρούμενες τεθλασμένες του φωτός.

Η αναδρομική έκθεση στη Σύρο ολοκληρώνεται με τους κολυμβητές: άλλοτε υπό και άλλοτε επάνω από την επιφάνεια του νερού, υποτάσσονται στη χαυνωτική ρυθμολογία της ζωγράφου, αιωρούμενοι ηδονικά ανάμεσα στις πολλαπλές διαθλάσεις του φωτός και τους ιριδισμούς των γαλανών, των τιρκουάζ και των βαθυκύανων, ή εξερευνώντας τα μέλη κάποιου αρχαίου ναού, βυθισμένου στα θαλασσινά βάθη. Συνολικά, στο έργο της αυτό των τελευταίων ετών, η Μαρία Φιλοπούλου εξετάζει τη δυνατότητα μιας συνολικής μετάστασης των πραγμάτων μέσω της ζωγραφικής πράξης. Το στοιχείο του νερού, ευφραντικό και ζωοποιό, διάστικτο από κολυμβητές και αρχαία μέλη, συνενώνει με τρόπο μοναδικό το μύθο με την πραγματικότητα. Οι αλλεπάλληλες γαλάζιες διαφάνειες, τρέπονται σε δεξαμενή φωτός, σπαρμένη με την ανθρώπινη παρουσία και τα αρχαία μέλη. Διαθλασμένες οπτικές γωνίες θέασης εξερευνούν τους παλλόμενους ρυθμούς της εικόνας, μέσω των απειροελάχιστων παιχνιδιών του φωτός, ενώ η μετάσταση της ζωγραφικής ύλης σε πνεύμα, μνήμη και κίνηση ωθεί τη ρεαλιστική αισθητική στα άκρα της.

Συνομιλώντας με τη Μαρία, κατανοώ απόλυτα τη διαδρομή: «μπαίνοντας επιτέλους κάτω από το νερό, γεγονός που ενδεχομένως αποτελούσε από πάντοτε επιδίωξή μου, βρήκα εκ νέου την ασφάλειά μου». «Από επά­νω ο θόλος (όπως στα θερμοκήπια) και από κάτω, μέσα στη θάλασσα, τα σώματα των κολυμβητών, καταμεσής του κλειστού περιγράμματος του νερού, που υπήρξε πάντοτε εμμονή μου. Με τη βοήθεια της άνωσης, ιδιοποιούμαι εκ νέου μια ενδεχομένως τετριμμένη εικόνα. Μπορώ να ασχοληθώ με το σώμα με έναν τρόπο διαφορετικό, να δημιουργήσω μια νέα όψη των πραγμάτων, που αναδίδει με τη σειρά της μια έντονη αίσθηση ελευθερίας». «Δεν με ενδιαφέρει η εθνικότητα ετούτου του πλήθους. Υπάρχουν ερωτικά ζευγάρια, υπάρχουν ελεύθεροι κολυμβητές. Με ενδιαφέρει ωστόσο μέσα σε αυτό τον υγρό κάμπο που προκύπτει, να μην ενοχλεί ο ένας τον άλλο. Είδα για πρώτη φορά την εικόνα αυτή, που έμμονα με απασχολεί τα τελευταία χρόνια, στη Μήλο, μια συνεύρεση αθόρυβη και ζωοποιό στις παρυφές μιας απάνιας υγρής διαφάνειας, που, ενώ δεν αγαπώ το συνωστισμό όταν κολυμπώ, δεν με ενόχλησε, γιατί μου έδειξε έναν νέο εικαστικό δρόμο, σώματα σε συνύπαρξη, παράδοξες ασκήσεις με τα ανακλαστικά του φωτός. Έκτοτε, εξακολουθεί να με ενδιαφέρει οτιδήποτε έχει σχέση με τους κολυμβητές, τα χαμάμ, οι θάλασσες, οι αρχαίες πισίνες με τις αιωρούμενες πικροδάφνες και τα βυθισμένα αρχιτεκτονικά μέλη – που ξεκίνησαν επίσης από μια συγκεκριμένη εικόνα στην αρχαία Ιεράπολη. Πάντοτε εξάλλου υπάρχει η ανθρώπινη αναφορά, εξακολουθώ να επιστρέφω στον άνθρωπο, ίσως τώρα ακόμη περισσότερο. Οι αφετηρίες αυτές με βοηθούν, η απόδοση του υγρού στοιχείου δεν χρήζει των ορίων του πλαισίου που προσωπικά καταργώ κατά τη ζωγραφική διαδικασία. Και γι’ αυτό δουλεύω στο δά­πεδο ή στον τοίχο επάνω σε απλό πανί, με επάλληλα επίπεδα χρώματος, καθυστερώντας τη διαδικασία του τελάρου. Αγαπώ εξίσου το τυχαίο. Που παραμένει ορ­γα­νωμένο, επιχειρώντας να εισχωρήσει στην εσώτατη αίσθηση του νερού, δημιουργώντας θραύσματα χάους που εκ των υστέρων συναντώνται. Λειτουργώντας ενστικτωδώς, επιθυμώ πάντοτε το επόμενο να πάει ακόμη πιο πέρα, να παραμείνει έκπληξη».

Ίσως να πρόκειται για τον ειδικό εκείνο τύπο τυχαίου που συναντάμε και στον Πόλλοκ, για έργα κοσμογονικά πλασμένα, από όπου εκ των υστέρων τίποτε δεν μπορεί να αφαιρεθεί. Για έργα που φτιάχνονται για να βουλιάξει εντός τους και η ίδια η ζωγράφος, έργα επάνω στα οποία δεν αιωρείται και τόσο πολύ η σκιά του λαθραίου αναγνώστη, ακριβώς γιατί ο θεατής πρέπει να βουλιάξει εντός τους για να τα εισπνεύσει και αληθινά να τα δει, προτού «ο κύκλος του νερού / που ποτέ δεν σταματά να μεταμορφώνεται / ξαναγίνει τίποτα από φως».

Ίρις Κρητικού

Subscribe To Our Newsletter

Join our mailing list to receive our latest news and updates.

You have Successfully Subscribed!